BASIC SOCIAL SERVICES in Greek translation

['beisik 'səʊʃl 's3ːvisiz]
['beisik 'səʊʃl 's3ːvisiz]
στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες
βασικών κοινωνικών υπηρεσιών

Examples of using Basic social services in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
All projects financed by the World Bank must have this aim. Even when financing a business project to invest in basic social services- health,
Όλα τα έργα που χρηματοδοτούνται από την Παγκόσμια Τράπεζα πρέπει να έχουν αυτόν τον στόχο." απαίτηση αυτή πρέπει να ικανοποιείται ακόμη και όταν χρηματοδοτεί ένα επιχειρηματικό σχέδιο για την επένδυση σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες-υγεία, εκπαίδευση,
objective should be the eradication of poverty, by reference to the concept of'basic social services', so as to seek to reduce the situation of extreme vulnerability of the most deprived populations.
στόχος οφείλει να είναι η εξάλειψη της φτώχειας με βάση την έννοια των"βασικών κοινωνικών υπηρεσιών", έτσι ώστε να επιδιωχθεί η ελάφρυνση της εξαιρετικά ευάλωτης κατάστασης των φτωχότερων πληθυσμών.
less able to provide basic social services.
λιγότερο σε θέση να παρέχει βασικές κοινωνικές υπηρεσίες.
in particular under budget support, has allowed the provision and extension of basic social services(health, education,
κυρίως στο πλαίσιο της στήριξης προϋπολογισμού επέτρεψε την παροχή και την επέκταση βασικών κοινωνικών υπηρεσιών(υγεία, εκπαίδευση κ.λπ.)
budget deficits, while basic social services are being cut?
την στιγμή που βασικές κοινωνικές υπηρεσίες κόβονται; Η απάντηση είναι απλή?
Their situation has worsened in recent years as a result of cuts in public spending for basic social services and benefits and as a result of growing unemployment
Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση τους επιδεινώθηκε ως αποτέλεσμα τόσο των περικοπών στις δημόσιες δαπάνες για βασικές κοινωνικές υπηρεσίες και παροχές, όσο και εξαιτίας της αυξανόμενης ανεργίας
less able to provide basic social services.
περισσότερο να τους παρέχει βασικές κοινωνικές υπηρεσίες.
to print money to fund basic social services.
εκτός από το να τυπώσει χρήματα για να χρηματοδοτήσει βασικές κοινωνικές υπηρεσίες.
not only does that significantly reduce their ability to provide basic social services, such as health
την οικονομική τους ανάπτυξη, όχι μόνο μειώνει σημαντικά τις δυνατότητές τους να προσφέρουν τις βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, όπως είναι η υγεία
the priority areas under our current multiannual indicative programme for the years 2000-2002 are poverty alleviation through the provision of basic social services, private sector support
οι τομείς προτεραιότητας σύμφωνα με το τρέχον πολυετές ενδεικτικό μας πρόγραμμα για τα έτη 2000-2002 είναι η ανακούφιση της φτώχειας μέσω της παροχής βασικών κοινωνικών υπηρεσιών, της στήριξης του ιδιωτικού τομέα
The possibility that an immigration victim of a mass shooting would avoid seeking medical care or accessing basic social services out of fear of being detained feels very much like part of a new normal-a sense of risk calculation that factors into every life choice, big and small.
Η πιθανότητα ότι ένα θύμα μεταναστεύσεως ενός μαζικού πυροβολισμού θα αποφύγει να αναζητήσει ιατρική περίθαλψη ή να αποκτήσει πρόσβαση σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες από φόβο να κρατηθεί αισθάνεται πολύ σαν μέρος ενός νέου φυσιολογικού- ενός αισθήματος υπολογισμού κινδύνου που επηρεάζει κάθε επιλογή ζωής, μικρό.
For basic social services.
Βασικές κοινωνικές υπηρεσίες.
Basic social services, or undertake community development".
Κοινωνικών υπηρεσιών, ή αναλαμβάνουν την ανάπτυξη της κοινότητας».
Provide access to basic social services for migrants.
Παρέχετε πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες για τους μετανάστες.
They should not be excluded from the delivery of basic social services.
Αποκλείονται από την απόλαυση των βασικών κοινωνικών αγαθών.
Conflict deprives children of parents, care-givers and basic social services, such as health care and education.
Οι συγκρούσεις στερούν τα παιδιά από τους γονείς τους, από κηδεμόνες, από βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση.
An important and active organisation offering a wide range of basic social services to people experiencing poverty
Μία σημαντική, δραστήρια οργάνωση που παρέχει ένα ευρύ φάσμα βασικών κοινωνικών υπηρεσιών σε συμπολίτες μας που βιώνουν τη φτώχεια
On top of the debt's violence, we witness the selling off of our public services, our basic social services.
Στην αιχμή της βίας του χρέους βλέπουμε το ξεπούλημα των δημοσίων υπηρεσιών, των στοιχειωδών κοινωνικών υπηρεσιών… Ιδιωτικοποίηση!
And compare that to what was estimated as additional costs to achieve universal access to basic social services in all developing countries.
Ας συγκρίνουμε τα παραπάνω με τα ποσά που απαιτούνται για να πετύχουμε γενική πρόσβαση στις βασικές κοινωνικές ανάγκες σε όλες τις αναπτυσσόμενες χώρες.
This situation has then been used to justify debilitating privatisations that have resulted in basic social services that are both more expensive
Αυτή η κατάσταση χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να δικαιολογήσει καταστροφικές ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα θεμελιώδεις κοινωνικές υπηρεσίες να γίνουν πιο ακριβές
Results: 286, Time: 0.0488

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek