BEING CONSISTENT in Greek translation

['biːiŋ kən'sistənt]
['biːiŋ kən'sistənt]
συνέπεια
consequence
consistency
result
consistently
effect
therefore
implication
punctuality
coherence
thus
συνάδει

Examples of using Being consistent in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
These targets have been approved by the Science Based Targets initiative(SBTi) as being consistent with climate change science.
Αυτοί οι στόχοι έχουν εγκριθεί ως συνεπείς με την επιστήμη της κλιματικής αλλαγής από την πρωτοβουλία«Στόχοι Βασισμένοι στην Επιστήμη»(SBTi).
Numerous studies show that being consistent with your sleep schedule makes it easier to fall asleep
Πολλές μελέτες έδειξαν ότι με το να είστε συνεπής με το πρόγραμμα του ύπνου σας, μπορείτε να κοιμάστε και να ξυπνάτε ευκολότερα,
Eventually, after completely tansforming his trading results and being consistent for years, he has joined Traders Academy Club as a chief trader.
Τελικά, μετά την πλήρη tansforming αποτελέσματα των συναλλαγών του και να είναι συνεπής εδώ και χρόνια, έχει ενταχθεί Traders Academy Club ως επικεφαλής έμπορος.
The most important aspect of a successful hormone cycle is being consistent in the days that you take the dosage.
Η πιο σημαντική πτυχή της ένα επιτυχημένη ορμόνη κύκλου είναι να είναι συνεπής στις ημέρες που παίρνετε τη δοσολογία.
The rich societies of the West that started from a Christian tradition without being consistent to it must become essentially just in their global debt.
Οι πλούσιες κοινωνίες της Δύσης, που ξεκίνησαν από μια χριστιανική παράδοση χωρίς να μείνουν συνεπείς προς αυτή πρέπει να φροντίσουν να γίνουν ουσιαστικά δίκαιες στο παγκόσμιο χρέος τους.
The study published in Obesity also found that being consistent in the timing of physical activity was associated with higher physical activity levels,
Στη μελέτη διαπιστώθηκε, επίσης, ότι η συνέπεια στην ώρα της γυμναστικής συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι ασκούνταν πάντα το πρωί,
The study also found that being consistent in the timing of physical activity was associated with higher physical activity levels,
Στη μελέτη διαπιστώθηκε, επίσης, ότι η συνέπεια στην ώρα της γυμναστικής συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα από το
The Commission shall adopt a new IPA programming framework by 30 June 2025, based on the mid-term evaluation being consistent with the other external financing instruments
Η Επιτροπή εγκρίνει νέο πλαίσιο προγραμματισμού του ΜΠΒ έως τις 30 Ιουνίου 2025 με βάση την ενδιάμεση αξιολόγηση το οποίο συνάδει με τα άλλα μέσα εξωτερικής χρηματοδότησης
Our restaurant, being consistent to its multiannual history,
Το εστιατόριό μας, με συνέπεια στην πολυετή ιστορία του,
Perhaps in the past the“progressive” mirage of Chavismo might have deceived even some libertarian people, but being consistent with our ideal it is impossible today to continue to hold that belief.
Ίσως στο παρελθόν ο«προοδευτικός» αντικατοπτρισμός του τσαβισμού θα μπορούσε να εξαπατήσει ακόμα και κάποιους ελευθεριακούς ανθρώπους, αλλά όσοι είναι συνεπής με το ιδανικό μας είναι αδύνατο σήμερα να συνεχίσουν να έχουν αυτή την πεποίθηση.
working hard, and being consistent, and finally this year we got the first podium together with my third place in Argentina.”.
αρνητική κατάσταση όντας υπομονετικοί, με σκληρή δουλειά και συνέπεια και τελικά φέτος πήραμε το πρώτο βάθρο με την τρίτη θέση στην Αργεντινή».
comments and shares and being consistent in posting and responding.
των σχολίων και των μετοχών και τη συνέπεια στην απόσπαση και την ανταπόκριση.
In response Dan LaBotz defended Shachtman's thesis,“Neither Washington nor Moscow”, as being consistent with the position of Lenin
Σε απάντηση ο Dan LaBotz υπεράσπισε τη θέση του Σάχτμαν,«Ούτε Ουάσιγκτον Ούτε Μόσχα», ως συνεπή με τη θέση του Λένιν
It comes as no surprise that the Greek government was in favour of CETA, being consistent with its overall anti-people political line,
Καμία έκπληξη δεν προξενεί ότι η ελληνική κυβέρνηση τάχθηκε υπέρ της υπογραφής της CETA, συνεπής με τη συνολική αντιλαϊκή πολιτική της,
has taken into account their advice, while being consistent with the objective of achieving maximum sustainable yield(MSY) by 2015.
έλαβε υπόψη τη γνώμη τους, παραμένοντας ωστόσο συνεπής με τον στόχο για την επίτευξη μέγιστης βιώσιμης απόδοσης(ΜΒΑ) μέχρι το 2015.
growth potential, being consistent in its vision, to be the largest e-invoicing provider in Southeast Europe.
μένοντας συνεπής στο όραμα της που είναι να αποτελεί τον μεγαλύτερο πάροχο Ηλεκτρονικής Τιμολόγησης στην Νοτιοανατολική Ευρώπη.
with the data being consistent with a constant rate of expansion.
με τα δεδομένα να είναι συνεπή με ένα σταθερό ρυθμό επέκτασης.
with the data being consistent with a constant rate of expansion.
με τα δεδομένα να είναι συνεπή με ένα σταθερό ρυθμό επέκτασης.
with the data being consistent with a constant rate of expansion.
με τα δεδομένα να είναι συνεπή με ένα σταθερό ρυθμό επέκτασης.
Furthermore, the grant application described the project as being consistent with the LAG's local strategy as it concerned traditional wrought iron products that helped preserve the traditions
Επιπλέον, η αίτηση χορήγησης επιδότησης περιέγραφε το έργο ως συνεπές προς την τοπική στρατηγική της οτΔ, δεδομένου ότι αφορούσε παραδοσιακά σφυρήλατα προϊόντα
Results: 56, Time: 0.0387

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek