CHANGED SUBSTANTIALLY in Greek translation

[tʃeindʒd səb'stænʃəli]
[tʃeindʒd səb'stænʃəli]
αλλάξει ουσιαστικά
μεταβληθεί ουσιαστικά

Examples of using Changed substantially in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Colloquial category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
living conditions have changed substantially in recent decades
οι συνθήκες διαβίωσης έχουν αλλάξει σημαντικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες
Although the world has changed substantially regarding manufacturing location with most labour intensive industries moving to the far east
Παρά το γεγονός οτι τα δεδομένα έχουν αλλάξει σημαντικά σχετικά τις χώρες στις οποίες διεξάγονται ώς επι το πλείστον οι κατασκευές, με μεγαλύτερη ένταση
difficulties facing Roma communities in the EU. The nature of poverty has changed substantially over the last two decades in Central
τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κοινότητες των Ρομά στην ΕΕ." φύση της φτώχειας έχει αλλάξει ουσιαστικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες στην Κεντρική
The average duration of smart attacks has not changed substantially compared with Q2 2019,
Η μέση διάρκεια των«έξυπνων» επιθέσεων δεν έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2019,
shows that levels of participation have not changed substantially since the previous Eurobarometer survey in 2014.
αποκαλύπτει ότι τα επίπεδα συμμετοχής δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά, σε σχέση με την προηγούμενη σχετική έρευνα του Ευρωβαρομέτρου, που είχε πραγματοποιηθεί το 2013.
The average duration of smart attacks has not changed substantially compared to numbers from Q2 2019,
Η μέση διάρκεια των“έξυπνων” επιθέσεων δεν έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με το 2ο τρίμηνο του 2019, αλλά σχεδόν διπλασιάστηκαν σε
Families have changed substantially from the conditions under which many models of interventions were originally designed and implemented over 20 years ago(e.g.,
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το οικονομικό, εργασιακό και πολιτικό πλαίσιο των οικογενειών υψηλού κινδύνου έχει αλλάξει σημαντικά από τις συνθήκες υπό τις οποίες πολλές παρεμβάσεις είχαν αρχικά σχεδιαστεί
where the legal framework has changed substantially and they have therefore lapsed
για τις οποίες το νομικό πλαίσιο έχει αλλάξει σημαντικά και ως εκ τούτου έχουν καταστεί παρωχημένες
because our species has not changed substantially from a biological point of view(it has been the same species,
το είδος-μας δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά από βιολογική άποψη(πρόκειται για το ίδιο είδος στο κάτω-κάτω, το Άνθρωπος ο σοφός,
Have your assets changes substantially since you made the Will?
Έχουν τα δόγματά σας αλλάξει σημαντικά από τον καιρό που ιδρυθήκατε;?
From this date onwards I think everything will change substantially, both the CAP and the conception
Πιστεύω ότι από αυτή την ημερομηνία και μετά όλα θα αλλάξουν ουσιαστικά, τόσο η ΚΓΠ όσο
It is also necessary to change to a new pen if the insulin requirement changes substantially.
Είναι επίσης απαραίτητο να γίνει αντικατάσταση με ένα νέο φιαλίδιο, εφόσον αλλάξουν σημαντικά οι απαιτήσεις σε ινσουλίνη.
producer surplus may change substantially because of market costs.
το πλεόνασμα παραγωγού ενδέχεται να μεταβληθούν σημαντικά λόγω των τιμών της αγοράς.
It is also necessary to change to a new pen if the insulin requirement changes substantially.
Επίσης είναι απαραίτητο να γίνει αντικατάσταση της συσκευής τύπου πένας με μια νέα, εφόσον αλλάξουν σημαντικά οι ανάγκες σε ινσουλίνη.
3. the environment changes substantially.
αν το περιβάλλον αλλάξει σημαντικά.
exchange rates can change substantially only if underlying macroeconomic conditions(real interest rate differentials,
οι συναλλαγματικές ισοτιμίες μπορούν να μεταβληθούν σημαντικά μόνο εάν οι υποκείμενες μακροοικονομικές συνθήκες(πραγματικές διαφορές επιτοκίων,
European intelligence-sharing networks won't change substantially with Brexit, according to the chief of the UK's foreign spy agency, who downplayed the
Τα ευρωπαϊκά δίκτυα ανταλλαγής πληροφοριών δεν θα αλλάξουν ουσιαστικά με το Brexit, σύμφωνα με τον επικεφαλής του ξένου πρακτορείου κατασκοπείας του Ηνωμένου Βασιλείου,
soils will change substantially even with only modest further warming.
τα φυτά και το έδαφος θα αλλάξουν δραματικά, ακόμα και με μικρή αύξηση θερμοκρασίας.
soils will change substantially even with only modest further warming.
τα φυτά και το έδαφος θα αλλάξουν δραματικά, ακόμα και με μικρή αύξηση θερμοκρασίας.
other coaches' anecdotal experiences, or they may not change substantially at all.
να παρακολουθήσουν διασκέψεις όπου μαθαίνουν από τις εμπειρίες άλλων προπονητών δεν αλλάζουν ουσιαστικά καθόλου.
Results: 45, Time: 0.038

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek