DIFFER SUBSTANTIALLY in Greek translation

['difər səb'stænʃəli]
['difər səb'stænʃəli]
διαφέρουν ουσιαστικά
ουσιωδώς διαφορετικούς
substantially different
materially different
διαφέρουν ουσιωδώς

Examples of using Differ substantially in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Where the matters covered by the education and training he has received as laid down in Article 3(a) and(b), differ substantially from those covered by the diploma required in the host Member State, or.
Όταν η εκπαίδευση την οποία έχει λάβει, σύμφωνα με το άρθρο 3, στοιχεία α΄ και β΄, αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από το δίπλωμα που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, ή.
the terms under which clientelist exchange takes place differ substantially from ordinary market transactions,
οι όροι υπό τους οποίους λαμβάνει χώρα η πελατειακή συναλλαγή διαφέρουν ουσιωδώς από τις συνήθεις συναλλαγές της αγοράς,
present management practices that differ substantially between the Member States.
σημερινές πρακτικές διαχείρισης οι οποίες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών.
which will differ substantially from Concordia and fit,
της Proxima, η οποία θα διαφέρει σημαντικά από την Concordia και θα ταιριάζει,
Lawyer Stark said custody proceedings will differ substantially depending on whether they take place in New York, where Holmes filed,
Κατά τον δικηγόρο, η διαδικασία για την εξασφάλιση της κηδεμονίας θα διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το αν θα πραγματοποιηθεί στη Νέα Υόρκη, όπου κατέθεσε η Holmes την αίτηση διαζυγίου,
most psychologists now agree that the way couples argue can differ substantially, and can work as a useful predictor of longer-term happiness within a couple.
οι ψυχολόγοι συμφωνούν πλέον ότι ο τρόπος με τον οποίο διαφωνούν τα ζευγάρια μπορεί να διαφέρει σημαντικά και μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμος δείκτης πρόβλεψης για τη μακρόχρονη ευτυχία τους.
Every relationship will have conflict, and physiologists now agree that the manner in which couples argue can differ substantially and are useful predictor of long-term happiness within a couple.
Σε κάθε σχέση υπάρχουν συγκρούσεις, αν και οι ψυχολόγοι συμφωνούν πλέον ότι ο τρόπος με τον οποίο διαφωνούν τα ζευγάρια μπορεί να διαφέρει σημαντικά και μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμος δείκτης πρόβλεψης για τη μακρόχρονη ευτυχία τους.
the“effective” average reflectance may differ substantially from that of a“typical” scene.
ο"πραγματικός" μέσο όρος ανάκλασης μπορεί να διαφέρει ουσιαστικά.
we must have solid observational data demonstrating that recent changes in climate differ substantially from changes observed in the past
θα πρέπει να έχουμε σταθερά στοιχεία παρατήρησης που αποδεικνύουν ότι οι πρόσφατες αλλαγές στο κλίμα διαφέρουν σημαντικά από τις μεταβολές που παρατηρήθηκαν στο παρελθόν
as well as the quantity of tablets per box or bottle differ substantially too).
υπολογιστές tablet 50mg, και η ποσότητα των δισκίων ανά κουτί ή μπουκάλι διαφέρουν σημαντικά πάρα πολύ).
the properties of a material can differ substantially, and in potentially useful ways,
οι ιδιότητες ενός υλικού μπορούν να διαφέρουν σημαντικά, και με ενδεχομένως χρήσιμους τρόπους,
which sometimes differ substantially from Europe's goals.
οι οποίοι ορισμένες φορές διαφέρουν σημαντικά από τους στόχους της Ευρώπης.
more regulated professional activities which are not in the profession regulated in the Member State from which the applicant originates or comes and that difference corresponds to specific education and training required in the host Member State and covers matters which differ substantially from those covered by the diploma adduced by the applicant, or.
και η εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τη βεβαίωση επάρκειας ή τον τίτλο εκπαίδευσης που διαθέτει ο αιτών.▼B.
a whole are organized, these categories and markets differ substantially from one another.
αυτές οι κατηγορίες και αυτές οι περιοχές διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους από άποψη οργάνωσης των πωλήσεων και παροχής υπηρεσιών που εμπίπτουν στις συνήθεις δραστηριότητες του συνόλου των περιλαμβανομένων στην ενοποίηση επιχειρήσεων.
required to work in this highly developed manufacturing process, will differ substantially from the type of person used to be the product of production work during the early period of capitalist development.
ο τύπος του προσώπου που θα απαιτείται να εργαστεί σ αυτή την υψηλά ανεπτυγμένη βιομηχανική διαδικασία θα διαφέρει ουσιαστικά απ τον τύπο του προσώπου που συνηθίζονταν να είναι το προϊόν της παραγωγικής εργασίας κατά τη διάρκεια της πρώιμης περιόδου της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
covers matters which differ substantially from those covered by the diploma adduced by the applicant, or.
η οποία αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τη βεβαίωση επάρκειας ή τον τίτλο εκπαίδευσης που διαθέτει ο αιτών.
Illuminism differs substantially from Satanism.
Ο Ιλλουμινισμός διαφέρει ουσιαστικά από τον Σατανισμό.
This procedure differs substantially from the Mass.
Η ομάδα διαφέρει σημαντικά από τη μάζα.
Moreover, the simulated impacts differed substantially between respondents and were not internally consistent.
Επιπλέον, οι προσομοιωμένες επιπτώσεις διέφεραν σημαντικά μεταξύ των ερωτηθέντων και δεν διέθεταν εσωτερική συνέπεια.
The CoolSculpting® procedure differs substantially compared to any other minimally
Η μέθοδος CoolSculpting® διαφέρει ουσιαστικά σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ελάχιστα
Results: 48, Time: 0.0412

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek