DIFFER SIGNIFICANTLY in Greek translation

['difər sig'nifikəntli]
['difər sig'nifikəntli]
διαφέρουν σηµαντικά
σηµαντικά διαφορετική
significantly different
διαφέρουν αισθητά
διαφέρουν σε βαθμό

Examples of using Differ significantly in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Financial category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
This is necessary due to the fact that for years lots of misunderstandings have led numerous to believe these 2 substances differ significantly when the reverse holds true.
Αυτό είναι απαραίτητο, διότι εδώ και χρόνια πολλές παρανοήσεις έχουν οδηγήσει πολλούς να σκεφτούν οι δύο αυτές ουσίες ποικίλλουν σημαντικά όταν συμβαίνει το αντίθετο.
The immediate post-operative experience for a patient who has had a classic brow lift may differ significantly from a patient who had the procedure performed endoscopically.
Οι άμεσες μεταχειρουργικές εμπειρίες για έναν ασθενή που έχει πραγματοποιήσει μία κλασική ανόρθωση μετώπου μπορούν να διαφέρουν σημαντικά από κάποιον που έχει ακολουθήσει την ενδοσκοπική διαδικασία.
diameter or weight, differ significantly from those of circulation coins.
η διάμετρος ή το ßάρος τους, διαφέρουν σημαντικά από τα χαρακτηριστικά των κερμάτων σε κυκλοφορία.
the incidence of the disease differ significantly in different countries
η συχνότητα της νόσου ποικίλλουν σημαντικά στις διάφορες χώρες
for some characteristics, the 1979/80 results differ significantly from those obtained from national sources.
για ορισμένα χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα του 1979/80 διαφέρουν αισθητά από εκείνα που συναντάμε σε εθνικές πηγές.
The immediate postoperative experience for a patient who has had a classic forehead lift may differ significantly from a patient who had the procedure performed endoscopically.
Οι άμεσες μεταχειρουργικές εμπειρίες για έναν ασθενή που έχει πραγματοποιήσει μία κλασική ανόρθωση μετώπου μπορούν να διαφέρουν σημαντικά από κάποιον που έχει ακολουθήσει την ενδοσκοπική διαδικασία.
The only figures considered reliable are those which differ significantly from official reports.
Τα μόνα στοιχεία που θα θεωρούνται αξιόπιστα είναι αυτά τα οποία διαφέρουν σημαντικά από τις επίσημες εκθέσεις.
Parents' estimations of their children's happiness differ significantly from the child's own assessment of their feelings,
Οι εκτιμήσεις των γονιών για την ευτυχία των παιδιών τους διαφέρουν πολύ από τις αξιολογήσεις των ίδιων των παιδιών,
A need for harmonization arises because some Member States contractual payment periods differ significantly from the Community average.
(8) Σε ορισμένα κράτη μέλη οι συμβατικές προθεσμίες πληρωμής διαφέρουν αισθητά από τον κοινοτικό μέσο όρο.
the methods used for its preparation, differ significantly.
που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του, διαφέρουν σημαντικά.
The immediate post-operative experience for a patient who has had a classic forehead lift may differ significantly from a patient who has the procedure performed endoscopically.
Οι άμεσες μεταχειρουργικές εμπειρίες για έναν ασθενή που έχει πραγματοποιήσει μία κλασική ανόρθωση μετώπου μπορούν να διαφέρουν σημαντικά από κάποιον που έχει ακολουθήσει την ενδοσκοπική διαδικασία.
Parents' estimations of their children's happiness differ significantly from the child's own assessment of their feelings,
Οι εκτιμήσεις των γονιών για την ευτυχία των παιδιών τους διαφέρουν πολύ από τις αξιολογήσεις των ίδιων των παιδιών,
the coverage of the system differ significantly from country to country.
η κάλυψη του συστήματος διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από χώρα σε χώρα.
unemployment rates differ significantly from one Community region to another.
τα ποσοστά ανεργίας διαφέρουν αισθητά από τη μια κοινοτική περιφέρεια στην άλλη.
At present, there are hundreds of dog breeds that differ significantly from one another both in appearance and in character.
Επί του παρόντος, υπάρχουν εκατοντάδες φυλές σκύλων που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους και την εμφάνιση και χαρακτήρα.
In entomology, larvae are called such age forms of insects, which differ significantly from adults.
Στην εντομολογία, είναι αποδεκτό να καλούμε τις προνύμφες τέτοιες μορφές ηλικίας εντόμων που είναι σημαντικά διαφορετικές από τις ενήλικες.
these cookies differ significantly from your typical petit four.
τα συγκεκριμένα μπισκότα διαφέρουν πολύ από τα συνηθισμένα πτι φουρ.
The analysis showed that the rates of corporate tax differ significantly among the EU countries.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι συντελεστές του φόρου εταιρειών διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των χωρών της ΕΕ.
Means with different superscripts differ significantly using Tukey HSD test(p< 0.05).
Τα διαφορετικά πεζά γράμματα υποδηλώνουν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των τροφικών υπολειμμάτων σύμφωνα με το Tukey HSD test(p< 0.05).
skeletal muscles, differ significantly in their amino acid sequence.
σκελετικό μυ είναι σημαντικά διαφορετικές στην αλληλουχία αμινοξέων τους.
Results: 241, Time: 0.0497

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek