FIRST STATE in Greek translation

[f3ːst steit]
[f3ːst steit]
πρώτο κρατικό
πρώτο πολιτειακό
πρώτη κατάσταση
πρώτο κρατίδιο
first state
πρώτη κρατική
πρώτου κράτους
πρώτου κρατικού
πρώτες κρατικές
πρώτη πολιτειακή

Examples of using First state in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The first state is barbarism.
Η πρώτη κατάσταση είναι ο βαρβαρισμός.
The first state of proletarian dictatorship is battling with the counter-revolutionaries of the whole world.
Το πρώτο κράτος της προλεταριακής δικτατορίας παλεύει με τους αντεπαναστάτες όλου του κόσμου.
In 1932 the team won their first state championship.
Το 1932 η ομάδα κέρδισε το πρώτο πολιτειακό πρωτάθλημα.
First State Bank of Salome.
Πρώτη Κρατική Τράπεζα του Σαλομέ.
It is the first state admitted into the Union.
Είναι η πρώτη χώρα εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
California was the first state to legalize medical cannabis in 1996.
Η Καλιφόρνια ήταν η πρώτη πολιτεία που νομιμοποίησε την ιατρική κάνναβη το 1996.
The first state after death.
Η πρώτη κατάσταση μετά το θάνατο.
Germany was the first state to implement this policy.
Η Γερμανία ήταν το πρώτο κράτος που εφάρμοσε αυτή την πολιτική.
First State law examination, Higher Regional Court, Hamm(1995).
Πρώτη κρατική εξέταση στο ανώτατο τοπικό δικαστήριο του Χαμ(1995).
Also saw Victorian nurses go on their first state wide strike.
Το 1985 ήταν η σειρά των νοσηλευτών στη Βικτώρια να προχωρήσουν στην πρώτη πολιτειακή τους απεργία.
The first state to do so was Massachusetts, in 2004.
Η πρώτη πολιτεία που αναγνώρισε το δικαίωμα ήταν η Μασαχουσέτη το 2004.
It is the first state in the US to enact such a law.
Πρόκειται για την πρώτη χώρα στη Λατινική Αμερική που ψηφίζει τέτοιον νόμο.
It could not exist in the first state of man, that of hunters.
Δε θα μπορούσε να υπάρξει στην πρώτη κατάσταση του ανθρώπου, αυτή του κυνηγού.
First state law examination(1987). Trainee lawyer(1987-1990).
Πρώτη κρατική εξέταση επαγγελματικής αδείας δικηγόρου(1987).
Wyoming was the first state to give women the right to vote.
Το Wyoming ήταν η πρώτη πολιτεία που χορήγησε δικαίωμα ψήφου σε γυναίκες.
The first state to leave the Union.
Πρώτη χώρα που αποχωρεί από την ΕΕ.
First state law examination(1973).
Πρώτη κρατική εξέταση επαγγελματικής αδείας δικηγόρου(1973).
California is the first state in the United States..
Η Καλιφόρνια είναι η πρώτη Πολιτεία στις ΗΠΑ….
Denmark was the first state to ratify the 1951 Convention.
Η Δανία ήταν η πρώτη χώρα που επικύρωσε τη Σύμβαση του 1951.
First state law examination(1983).
Πρώτη κρατική εξέταση επαγγελμαπκής αδείας δικηγόρου(1983).
Results: 386, Time: 0.0452

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek