IMPROVED QUALITY in Greek translation

[im'pruːvd 'kwɒliti]
[im'pruːvd 'kwɒliti]
βελτιωμένης ποιότητας
βελτιωμένο ποιοτικό
αυξημένη ποιότητα

Examples of using Improved quality in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Improved quality of ratings of sovereign debt of EU Member States.
Καλύτερη ποιότητα στις αξιολογήσεις του δημόσιου χρέους των χωρών της ΕΕ.
Improved quality, accessibility and dissemination of European statistics.
Βελτίωση της ποιότητας, της προσπελασιμότητας και της διάδοσης των ευρωπαϊκών στατιστικών.
Improved quality of the details on the front panel.
Βελτιωμένη ποιότητα των λεπτομερειών στον μπροστινό πίνακα.
They also reported less pain, less anxiety and depression, and an improved quality of life.
Ανέφεραν, επίσης, λιγότερο άγχος και κατάθλιψη και καλύτερη ποιότητα ζωής.
Improved quality in training and education.
Η βελτίωση της ποιότητας στην κατάρτιση και την εκπαίδευση.
Improved quality of replacement suggestions.
Βελτιωμένη ποιότητα προτάσεων αντικατάστασης.
Improved quality of life for farmers
Η βελτίωση της ποιότητας της ζωής των αγροτών
Precision glass optics for improved quality.
Οπτικά μέσα ακριβείας για βελτιωμένη ποιότητα.
Improved quality of life for people living with HIV.
Βελτίωση της ποιότητας της ζωής των ατόμων που ζουν με τον HIV.
Good governance(i.e. improved quality of public administration).
Ορθή διακυβέρνηση(δηλ. βελτιωμένη ποιότητα δημόσιας διοίκησης).
Another benefit for consumers is improved quality of services.
Το αντίστοιχο όφελος για τον πελάτη είναι βελτιωμένη ποιότητα υπηρεσιών.
Seek new varieties with improved quality and taste.
Αναζήτηση νέων ποικιλιών με βελτιωμένη ποιότητα και γεύση.
Your skin will benefit from your improved quality of sleep.
Το δέρμα σας θα ωφεληθεί από τη βελτιωμένη ποιότητα του ύπνου σας.
Progress is defined as improved quality of life in hospice care.
Η πρόοδος προσδιορίζεται ως βελτιωμένη ποιότητας ζωής στην παρεχόμενη φροντίδα από τις Δομές παροχής υπηρεσιών ανακουφιστικής φροντίδας.
Manufacturers benefit from reduced down time and improved quality of the finished product.
Οι κατασκευαστές επωφελούνται από τον μειωμένο χρόνο και τη βελτιωμένη ποιότητα του τελικού προϊόντος.
ADI's vision is an improved quality of life for people with dementia
Το όραμα της ADI είναι μία βελτιωμένη ποιότητα ζωής για τους ανθρώπους με άνοια
Such improvements mean increased output, improved quality, and reduced expenses,
Πολλές βελτιώσεις συνεπάγονται αύξηση της παραγωγής, βελτίωση της ποιότητας και μείωση των εξόδων,
The Commission points out that the improved quality of documentation applies as from January 2011.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η βελτιωμένη ποιότητα της τεκμηρίωσης εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο του 2011.
For consumers: fair pricing and improved quality and range of services as a result of improved wholesale conditions at the wholesale level.
Για τους καταναλωτές: δίκαιες τιμές και καλύτερη ποιότητα, καθώς και ανάπτυξη ποικιλίας υπηρεσιών, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης των όρων στην αγορά χονδρικής.
Secondly, improved quality can be measured by price increases taking account of the overall market price evolution.
Δεύτερον, η βελτίωση της ποιότητας μπορεί να μετρηθεί με τις αυξήσεις τιμών, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής εξέλιξης των τιμών στην αγορά.
Results: 255, Time: 0.0386

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek