IMPUTATION in Greek translation

[ˌimpjʊ'teiʃn]
[ˌimpjʊ'teiʃn]
καταλογισμός
allocation
imputation
attribution
charging
imputability
allocating
καταλογισμό
allocation
imputation
attribution
charging
imputability
allocating
συμψηφισμού
set-off
compensation
offset
netting
clearing
setoff
καταλογισµού
imputation
κατηγορία
category
class
charge
accusation
segment
group
template
division
league
categorie
imputation
καταλογισμού
allocation
imputation
attribution
charging
imputability
allocating
τεκμαρτού υπολογισμού
απόδοση
performance
efficiency
yield
return
output
perform
effectiveness
attribution
odds
throughput

Examples of using Imputation in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Official category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
it confirmed that EU law in principle permits a Member State to apply the exemption method to nationally sourced dividends and the imputation method to foreign sourced dividends.
το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει, κατ' αρχήν, στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν στα μερίσματα ημεδαπής προελεύσεως τη μέθοδο της απαλλαγής και στα μερίσματα αλλοδαπής προελεύσεως τη μέθοδο του συμψηφισμού.
send 19 cases to justice for inquiry and imputation of responsibilities.
να σταλούν στη δικαιοσύνη 19 υποθέσεις προς διερεύνηση και καταλογισμό ευθυνών.
Imputations according to the TLOVR algorithm b Based on normal approximation to the difference in% response c Non-completer is failure imputation: patients who discontinued prematurely are imputed with a change equal to 0 d Difference in means.
Καταλογισµός σύµφωνα µε τον αλγόριθµο TLOVR β Με βάση φυσιολογική προσέγγιση της διαφοράς στην% απόκριση γ Οι ασθενείς που δεν ολοκλήρωσαν τη θεραπεία θεωρούνται αποτυχία καταλογισµού.
It could nevertheless offset against that tax liability the tax that the company making the distribution had already paid in its country of residence on the profits thereby distributed(imputation method).
Μπορεί, εντούτοις, να συμψηφίσει με την εν λόγω φορολογική επιβάρυνση τον φόρο που η διανέμουσα εταιρία έχει ήδη καταβάλει στο κράτος της εγκαταστάσεώς της επί των ούτως διανεμηθέντων κερδών(μέθοδος του συμψηφισμού).
breeders with 50 animals at most to choose the way of taxation either by bookkeeping system, or by imputation of income.
έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τον τρόπο φορολόγησης, είτε με την τήρηση βιβλίων, είτε με το σύστημα τεκμαρτού υπολογισμού εισοδήματος.
the European Union enabling such imputation to be made, the national court would probably refer to its national law.
στην Ευρωπαϊκή Ένωση που να επιτρέπει τέτοιον καταλογισμό, είναι αναμενόμενο το επιληφθέν δικαστήριο να ανάγεται στις έννοιες του εθνικού του δικαίου.
breeders with 50 animals at most to choose the way of taxation either by bookkeeping system, or by imputation of income.
έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τον τρόπο φορολόγησης, είτε με την τήρηση βιβλίων, είτε με το σύστημα τεκμαρτού υπολογισμού εισοδήματος.
Fortunately, amplified asking has deep connections to three large areas in statistics-small-area estimation(Rao and Molina 2015), imputation(Rubin 2004), and model-based post-stratification(which itself is closely related to Mr. P., the method I
Ευτυχώς, η ενισχυμένη ερώτηση έχει βαθιές συνδέσεις με τρεις μεγάλες περιοχές στα στατιστικά στοιχεία- εκτιμήσεις μικρών περιοχών(Rao and Molina 2015), καταλογισμός(Rubin 2004) και μεταστρωματοποίηση βασισμένη στο μοντέλο(η οποία συνδέεται στενά με τον κ. P.,
conveying the imputation of selfish or mischievous ends
μεταβιβάζοντας τον καταλογισμό των εγωιστικών ή κακών ακρών
God used the principle of imputation to benefit mankind when He imputed the sin of believers to the account of Jesus Christ,
Ο Θεός χρησιμοποίησε την αρχή του καταλογισμού για όφελος των ανθρώπων όταν καταλόγισε την αμαρτία των πιστών στο λογαριασμό του Ιησού Χριστού,
The imputation was totally without basis in fact…
Ο καταλογισμός ήταν εντελώς αβάσιμος,
send to justice cases for investigation and imputation of liabilities.
να σταλούν στη δικαιοσύνη 19 υποθέσεις προς διερεύνηση και καταλογισμό ευθυνών.
God used the principle of imputation to the benefit of mankind when He imputed the sin of believers to the account of Jesus Christ,
Ο Θεός χρησιμοποίησε την αρχή του καταλογισμού για όφελος των ανθρώπων όταν καταλόγισε την αμαρτία των πιστών στο λογαριασμό του Ιησού Χριστού,
The doctrines of creation, imputation of sin, justification,
Τα επιμέρους δόγματα της δημιουργίας, ο καταλογισμός της αμαρτίας, η δικαίωση,
conveying the imputation of selfish or mischievous ends
μεταβιβάζοντας τον καταλογισμό των εγωιστικών ή κακών ακρών
This imputation of sin helps us understand Christ's struggle in the garden of Gethsemane with the cup of sin which would be poured out upon Him on the cross.
Αυτός ο καταλογισμός της αμαρτίας μας βοηθά να καταλάβουμε την πάλη που έδινε ο Ιησούς στον κήπο της Γεθσημανή με το ποτήρι της αμαρτίας το οποίο θα δινόταν σ' Αυτόν για να πιει πάνω στον σταυρό.
send to justice cases for investigation and imputation of liabilities.
να σταλούν στη δικαιοσύνη υποθέσεις προς διερεύνηση και καταλογισμό ευθυνών.
C-EARLY trial(to Week 52) Full analysis set, non-responder imputation for missing values.
Ομάδα πλήρους ανάλυσης, καταλογισμός ασθενούς ως μη ανταποκρινόμενου σε περίπτωση ελλειπουσών τιμών.
demand, or imputation regarding such events.
αξίωση ή καταλογισμό απ' αυτή την άποψη.
In contrast, application of the imputation method to foreign sourced dividends leads to an additional tax liability for the receiving company if the effective level of taxation to which the profits of the company paying the dividends were subject falls short of the nominal rate of tax to which the profits of the resident company receiving the dividends are subject.
Αντιθέτως, η εφαρμογή της μεθόδου του συμψηφισμού στα μερίσματα αλλοδαπής προελεύσεως επάγεται πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση της ημεδαπής δικαιούχου εταιρίας, εάν το πραγματικό επίπεδο φορολογήσεως των κερδών της διανέμουσας μερίσματα εταιρίας είναι χαμηλότερο του προκύπτοντος βάσει του ονομαστικού φορολογικού συντελεστή που ισχύει για τα κέρδη της ημεδαπής δικαιούχου των μερισμάτων εταιρίας.
Results: 72, Time: 0.0797

Top dictionary queries

English - Greek