INCREASED ABILITY in Greek translation

[in'kriːst ə'biliti]
[in'kriːst ə'biliti]
αυξημένη δυνατότητα
αυξανόμενη δυνατότητα
η ενίσχυση της ικανότητας

Examples of using Increased ability in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
You are in control, you have an increased ability to concentrate, and you are operating on autopilot without really realizing it.
Ελέγχετε τον εαυτό σας και έχετε μια αυξημένη ικανότητα συγκέντρωσης, αλλά λειτουργείτε«με αυτόματο πιλότο» χωρίς στην πραγματικότητα να το καταλαβαίνετε.
To have true understanding involves an increased ability to love all beings
Το να έχει κανείς αληθινή κατανόηση, προϋποθέτει μια αυξημένη ικανότητα να αγαπά όλα τα όντα
The researchers had expected that the master athletes would have an increased ability to build muscle due to their superior levels of fitness over a prolonged period of time.
Οι ερευνητές ανέμεναν ότι οι έμπειροι αθλητές θα είχαν αυξημένη ικανότητα αύξησης της μυϊκής μάζας, λόγω των ανώτερων επιπέδων φυσικής κατάστασης που είχαν για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
there will be an increased ability to transact with Cuban nationals and businesses, including Cuban financial institutions.
θα υπάρχει μια αυξημένη ικανότητα στους Αμερικανούς πολίτες να συναλλάσσονται με Κουβανούς πολίτες στις επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Κούβας.
you have an increased ability to view things through a different perspective,
καθώς σας παρέχει μια αυξημένη ικανότητα να βλέπετε τα πράγματα από μια διαφορετική προοπτική,
Students who successfully complete an advanced computer science program often have an increased ability to think critically,
Οι μαθητές που ολοκληρώνουν επιτυχώς ένα προηγμένο πρόγραμμα επιστήμης των υπολογιστών έχουν συχνά μια αυξημένη ικανότητα να σκέφτονται κριτικά,
The researchers expected that the master athletes would have an increased ability to build muscle due to their better levels of fitness over a prolonged period of time.
Οι ερευνητές ανέμεναν ότι οι έμπειροι αθλητές θα είχαν αυξημένη ικανότητα αύξησης της μυϊκής μάζας, λόγω των ανώτερων επιπέδων φυσικής κατάστασης που είχαν για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
they benefited from an increased ability to learn about hazards
επωφελήθηκαν από μια αυξημένη ικανότητα να εντοπίζουν τους κινδύνους,
they have judicial approval, and there will be an increased ability to impose restrictions on people's movements,
έχει δικαστική έγκριση και θα υπάρξει αυξημένη δυνατότητα επιβολής περιορισμών στις μετακινήσεις των ανθρώπων,
digital imaging along with an increased ability to detect enemy signatures at farther ranges through various obscurants such as rain, dust or fog.
ψηφιακή απεικόνιση μαζί με την αυξημένη δυνατότητα εντοπισμού των εχθρικών υπογραφών σε μεγαλύτερες αποστάσεις μέσα από διάφορες σκιάσεις της φωτεινότητας όπως η βροχή, σκόνη ή ομίχλη.
efficient coaching and development, and increased ability to cope with health crises as they arise by remotely accessing medical information.
την αποδοτικότερη εκπαίδευσή του, καθώς και αυξημένη δυνατότητα αντιμετώπισης υγειονομικών κρίσεων εν τη γενέσει τους, χάρη στην εξ αποστάσεως πρόσβαση σε ιατρικές πληροφορίες.
with patented technology offering increased ability to absorb impacts from road obstacles,
με πατενταρισμένη τεχνολογία που προσφέρει αυξημένη δυνατότητα απορρόφησης χτυπημάτων από εμπόδια στο οδόστρωμα,
produce a feeling of alertness, an increased ability to concentrate, and faster reaction times.
οι οποίες παράγουν ένα αίσθημα εγρήγορσης, μια αυξημένη ικανότητα συγκέντρωσης, και ταχύτερους χρόνους αντίδρασης.
access to more funding opportunities and projects, increased ability to prepare, manage,
η πρόσβαση σε περισσότερες δυνατότητες και σχέδια χρηματοδότησης, η ενίσχυση της ικανότητας προετοιμασίας, διαχείρισης
access to more funding opportunities and projects, increased ability to prepare, manage,
η πρόσβαση σε περισσότερες δυνατότητες και σχέδια χρηματοδότησης, η ενίσχυση της ικανότητας προετοιμασίας, διαχείρισης
access to more funding opportunities and projects, increased ability to prepare, manage,
η πρόσβαση σε περισσότερες δυνατότητες και σχέδια χρηματοδότησης, η ενίσχυση της ικανότητας προετοιμασίας, διαχείρισης
access to more funding opportunities and projects, increased ability to prepare, manage,
η πρόσβαση σε περισσότερες δυνατότητες και σχέδια χρηματοδότησης, η ενίσχυση της ικανότητας προετοιμασίας, διαχείρισης
access to more funding opportunities and projects, increased ability to prepare, manage,
η πρόσβαση σε περισσότερες δυνατότητες και σχέδια χρηματοδότησης, η ενίσχυση της ικανότητας προετοιμασίας, διαχείρισης
which demands of us at all times a deepened understanding and an increased ability to penetrate to new levels of consciousness,
το οποίο διαρκώς απαιτεί να βαθαίνει η κατανόησή μας και να αυξάνει η ικανότητά μας να εισχωρούμε σε νέα επίπεδα συνείδησης,
which demands of us at all times a deepened understanding and an increased ability to penetrate to new levels of consciousness,
το οποίο διαρκώς απαιτεί να βαθαίνει η κατανόησή μας και να αυξάνει η ικανότητά μας να εισχωρούμε σε νέα επίπεδα συνείδησης,
Results: 91, Time: 0.0356

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek