INCREASED ACTIVITY in Greek translation

[in'kriːst æk'tiviti]
[in'kriːst æk'tiviti]
αυξημένη δραστικότητα
αυξανόμενη δραστηριότητα
αυξημένη δράση
αυξηµένη δραστηριότητα
increased activity

Examples of using Increased activity in English and their translations into Greek

{-}
  • Medicine category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
dietary habits, increased activity and the use of vitamin complexes.
τις διατροφικές συνήθειες, την αυξημένη δραστηριότητα και τη χρήση συμπλεγμάτων βιταμινών.
Increased activity is a cure-all for most of the worries you will ever have.
Η αύξηση της δραστηριότητας αποτελεί την πανάκεια για τα περισσότερα προβλήματα που θα αντιμετωπίσετε ποτέ.
Increased activity in Nis would allegedly threaten JAT
Η αυξανόμενη δραστηριότητα στη Νις θα απειλούσε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τον JAT
rash and possibly increased activity of liver aminotransferases may occur above the recommended dose.
εξάνθημα και πιθανώς αυξημένη δραστικότητα των ηπατικών αμινοτρανσφερασών με μεγαλύτερη δόση από τη συνιστώμενη.
In the womb the human fetus has a low level of SHBG allowing increased activity of sex hormones.
Στη μήτρα το ανθρώπινο έμβρυο έχει χαμηλά επίπεδα SHBG επιτρέποντας την αυξημένη δραστηριότητα των ορμονών του φύλου.
features that are attributed to the increased activity of androgens such hypertrichosis,
χαρακτηριστικά που αποδίδονται σε αυξημένη δράση των ανδρογόνων, όπως η υπερτρίχωση,
has seen increased activity since June.
παρουσιάζει αυξανόμενη δραστηριότητα από….
which enter the body through the skin exhibit increased activity over those entering through the digestive tract.
φάρμακα που εισέρχονται στον οργανισμό μέσω του δέρματος παρουσιάζουν αυξημένη δραστικότητα έναντι αυτών που εισέρχονται μέσω της πεπτικής οδού.
Since ACE inactivates bradykinin, inhibition of ACE also results in an increased activity of circulating and local kallikrein- kinin systems(and thus also activation of the prostaglandin system).
Αφού το ΜΕΑ απενεργοποιεί τη βραδυκινίνη, η αναστολή του ΜΕΑ επίσης οδηγεί σε αυξηµένη δραστηριότητα των κυκλοφορούντων και τοπικών συστηµάτων καλλικρεΐνης- κινίνης(συνεπώς και ενεργοποίηση του συστήµατος της προσταγλανδίνης).
Synergistic: a drug that interacts with another to produce increased activity, which is greater than the sum of the effects of the two drugs given separately.
Συνεργικό: φάρμακο που αλληλεπιδρά με κάποιο άλλο για να προκαλέσει αυξημένη δράση, που είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των δράσεων που έχουν τα δύο φάρμακα αν χορηγηθούν ανεξάρτητα.
which causes increased activity of the enzyme and a reduction of the drug in the body.
το οποίο προκαλεί την αυξανόμενη δραστηριότητα του ενζύμου και μια μείωση του φαρμάκου του σώματος.
rash and possibly increased activity of liver aminotransferases may occur above the recommended dose.
εξάνθημα και πιθανώς αυξημένη δραστικότητα των ηπατικών αμινοτρανσφερασών με μεγαλύτερη δόση από τη συνιστώμενη.
Since ACE inactivates bradykinin, inhibition of ACE also results in an increased activity of circulating and local kallikreinkinin systems(and thus also activation of the prostaglandin system).
Αφού το ΜΕΑ απενεργοποιεί τη βραδυκινίνη, η αναστολή του ΜΕΑ επίσης οδηγεί σε αυξηµένη δραστηριότητα των κυκλοφορούντων και τοπικών συστηµάτων καλλικρεΐνης-κινίνης(συνεπώς και ενεργοποίηση του συστήµατος της προσταγλανδίνης).
The effect of grape polyphenols to the action of topoisomerase I enzyme, showing increased activity in tumor cells.
H επίδραση των πολυφαινολών του σταφυλιού στη δράση του ενζύμου τοποϊσομεράση Ι, το οποίο παρουσιάζει αυξημένη δράση σε καρκινικά κύτταρα.
such as increased activity, rooting or mouthing.
όπως αυξημένη κινητικότητα, ψάξιμο με το κεφάλι ή μάσημα.
which, combined with increased activity of acid-peptic factor may increase the chance of the ulcer formation.
γεγονός που, σε συνδυασμό με την αυξημένη δραστικότητα του οξέος-πεπτικού παράγοντα, μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εξελκώσεων.
originates from the consistently increased activity of the fiery energy when directed toward external radiations.
προκαλείται από τη συνεχώς αυξανόμενη δραστηριότητα της ψυχικής ενέργειας, όταν κατευθύνεται προς τις εξωτερικές ακτινοβολίες.
Jehovah's organization is poised for increased activity, even in“untouched territory.”.
η οργάνωση του Ιεχωβά είναι έτοιμη για αυξημένη δράση, ακόμη και σε«ανέπαφο τομέα».
Areas of increased activity helped the researchers isolate the regions of the brain responsible for processing social
Οι περιοχές αυξημένης δραστηριότητας του εγκεφάλου βοήθησαν τους επιστήμονες να απομονώσουν όσες ήταν υπεύθυνες για την επεξεργασία των κοινωνικών
In principle, psychiatrists believe that the diagnosis of increased activity can be made to children only after they have overcome the age of 5 or 6 years.
Κατ'αρχήν, οι ψυχίατροι πιστεύουν ότι η διάγνωση της αυξημένης δραστηριότητας μπορεί να γίνει σε παιδιά μόνο αφού έχουν ξεπεράσει την ηλικία των 5 ή 6 ετών.
Results: 280, Time: 0.0507

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek