RADICALLY CHANGING in Greek translation

['rædikli 'tʃeindʒiŋ]
['rædikli 'tʃeindʒiŋ]
αλλάζοντας ριζικά
ριζικά μεταβαλλόμενο
έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο
αλλάζοντας θεματικά

Examples of using Radically changing in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
the next decades and will be between 20 and 30 percent by,“radically changing the face of Britain,” a new report says.
με αποτέλεσμα το ποσοστό τους να φθάσει το 20%-30% του πληθυσμού της Βρετανίας μέχρι το 2050,«αλλάζοντας ριζικά» το πρόσωπο της χώρας, όπως αναφέρει νέα έκθεση.
purpose of your life and what they mean within a radically changing world.
τι σημαίνουν μέσα σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο.
their environments radically changing before their eyes.
το περιβάλλον τους αλλάζει ριζικά μπροστά στα μάτια τους.
we feel the need to change our habits, radically changing the daily routine
αισθανόμαστε την ανάγκη να αλλάξουμε τις συνήθειες μας, να αλλάξουμε ριζικά την καθημερινή ρουτίνα
Since 2002, governments have devoted particular attention to major transport infrastructure projects, radically changing the major cities,
Οι κυβερνήσεις από το 2002 και μετά έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στα μεγάλα έργα υποδομής για τις μεταφορές, αλλάζοντας ριζικά σχεδόν και τις μεγάλες πόλεις,
Alongside radically changing the economies of the world's wealthiest nations,
Παράλληλα με τη ριζική αλλαγή των οικονομιών των πλουσιότερων εθνών του κόσμου,
Mortgage and corporate loans secured against properties and totaling an estimated 70 billion euros will have been transferred to various funds by the end of the year, radically changing the basis of the debate regarding the protection of the main residences of individual borrowers as well as tens of thousands of professionals or entrepreneurs.
Ενυπόθηκα στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια ύψους 70 δισ. ευρώ θα έχουν μεταφερθεί σε funds έως τα τέλη του χρόνου, αλλάζοντας ριζικά τους κανόνες της συζήτησης για την προστασία της πρώτης κατοικίας των φυσικών προσώπων, αλλά και δεκάδων χιλιάδων επαγγελματιών ή επιχειρηματιών που έχουν δανειστεί προσημειώνοντας την κύρια κατοικία τους.
Alongside radically changing the economies of the world's wealthiest nations,
Παράλληλα με τη ριζική αλλαγή των οικονομιών των πλουσιότερων εθνών του κόσμου,
to prepare humanity for a radically changing world and for its destiny in a larger universe of intelligent life.
να προετοιμάσει την ανθρωπότητα για έναν ριζικά μεταβαλλόμενο κόσμο και για το πεπρωμένο του σε ένα μεγαλύτερο σύμπαν της ευφυούς ζωής.
Local and regional resistances can become political and succeed in radically changing the balance of forces if they turn collective
Η αντίσταση γίνεται πολιτική και ίσως πετύχει στην ριζοσπαστική αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων, εφόσον γίνει συλλογική
will never become a vehicle for radically changing the nature of the European Union
δεν θα γίνει ποτέ ένα όχημα για τη ριζική αλλαγή της φύσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης
to prepare humanity for a radically changing world and for its destiny in a larger universe of intelligent life.
να προετοιμάσει την ανθρωπότητα για έναν ριζικά μεταβαλλόμενο κόσμο και για το πεπρωμένο του σε ένα μεγαλύτερο σύμπαν της ευφυούς ζωής.
for all- by dissolving the agency or radically changing its mandate- and a vast sea rescue naval operation should be launched,
μέσω της διάλυσης της υπηρεσίας ή της ριζικής αλλαγής του ρόλου της, και να αναληφθεί μια τεράστια θαλάσσια επιχείρηση διάσωσης, με σαφή στόχο
Which can radically change the world.
Ότι μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά τον κόσμο.
We can radically change this.
Μπορούμε να το αλλάξουμε ριζικά.
We could radically change the world.
Ότι μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά τον κόσμο.
They will radically change the image of the country
Θα αλλάξουν ριζικά την εικόνα της χώρας
The appearance of a child radically changes the family's lifestyle.
Η εμφάνιση ενός παιδιού αλλάζει ριζικά τον τρόπο ζωής της οικογένειας.
Developments that radically change cervical cancer screening.
Επιτεύγματα που αλλάζουν ριζικά το τοπίο στον έλεγχο του καρκίνου του τραχήλου.
It will not cost you, and will radically change the image of your bedroom!
Δεν θα σας κοστίσουν, ενώ θα αλλάξουν ριζικά την εικόνα της κρεβατοκάμαράς σας!
Results: 54, Time: 0.0396

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek