A RADICALLY in Greek translation

[ə 'rædikli]
[ə 'rædikli]
μια ριζικά
a radically
μια ριζοσπαστικά
μια εντελώς
completely
whole
totally
entirely
a very
utterly
a wholly
altogether
δραστικά
drastically
active
drastic
dramatically
radically
significantly
sharply
effective
potent
ένα ριζικά
a radically
μιας ριζικά
a radically
μία ριζικά
a radically
ένα ριζοσπαστικά
μία ριζοσπαστικά
έναν εντελώς
completely
whole
totally
entirely
a very
utterly
a wholly
altogether
ένα εντελώς
completely
whole
totally
entirely
a very
utterly
a wholly
altogether
έναν ριζοσπαστικά

Examples of using A radically in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
A radically ordinary family.
Μία ριζοσπαστικά συνηθισμένη οικογένεια.
In a radically new way.
Με έναν εντελώς νέο τρόπο.
They perceived a radically different neighborhood in its environs.
Κυρίως όμως αφορούσαν ένα ριζικά διαφορετικό διεθνές περιβάλλον στην γειτονιά μας.
And to do that, you need a radically different form of enterprise organisation.
Για να γίνει αυτό απαιτείται μία ριζικά διαφορετική οργάνωση της.
David Ulansey offers a radically different theory.
ο David Ulansey προσφέρει μια ριζικά διαφορετική θεωρία.
This was a radically new interpretation.
Αυτή είναι μία ριζοσπαστικά νέα ερμηνεία.
We need a radically new paradigm.
Χρειαζόμαστε ένα ριζικά νέο πρότυπο.
Yet each described the same thing in a radically different way.
Ακόμη κάθε ένας περιγράφει το ίδιο πράγμα με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.
True repentance must be accompanied by a radically different behavior.
Θα πρέπει όμως και η παύση πληρωμών να συνοδευθεί από μια ριζικά διαφορετική.
This is a radically new notion.
Αυτή είναι μία ριζοσπαστικά νέα ερμηνεία.
Hold on to your seats- we decided to create a radically new game!
Κρατήστε στη θέση σας- εμείς αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε ένα ριζικά νέο παιχνίδι!
Having to establish a life in a radically different city.
Ριζικά διαφορετική ζωή σε μια ριζικά διαφορετική πόλη.
It must be viewed as a radically biased piece of work.
Πρέπει κάποιος να την δει ως ένα ριζικά μεροληπτικό έργο.
Is it possible to create a radically different society?
Στη βάση της μπορεί να γίνει εφικτή μια ριζικά διαφορετική κοινωνία?
On this epic trek he came up with a radically different plan.
Σ' αυτό το επικό οδοιπορικό επινόησε ένα ριζικά διαφορετικό σχέδιο.
therefore it has a radically different types of thinking.
ως εκ τούτου έχει μια ριζικά διαφορετικούς τύπους σκέψης.
In Julius Caesar, however, he adopted a radically different attitude.
Ωστόσο, η Mάντσεστερ Γιουνάιτεντ ακολούθησε μια ριζικά διαφορετική στρατηγική.
She was a woman who followed a radically different lifestyle.
Ήταν μια γυναίκα που ακολούθησε έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο ζωής.
French society reacted splendidly in a radically different manner yesterday evening.
Η γαλλική κοινωνία αντέδρασε θαυμάσια και με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο την ημέρα των δολοφονιών.
The extermination of the Jews in Nazi Germany acquires a radically new significance in this light.
Εξόντωση των Εβραίων στη ναζιστική Γερμανία προσλαμβάνει ένα ριζικώς νέο.
Results: 350, Time: 0.0596

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek