REASONABLY PRACTICABLE in Greek translation

['riːznəbli 'præktikəbl]
['riːznəbli 'præktikəbl]
εύλογα εφικτό
είναι εύλογα εφικτό
λογικά εφικτή
εύλογα πρακτικό
ευλόγως εφικτό
ευλόγως δυνατόν
λογικά πρακτικό

Examples of using Reasonably practicable in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
so far as is reasonably practicable.
στο μέτρο που αυτό είναι εύλογα εφικτό.
we shall do everything reasonably practicable to limit the damage.
θα κάνουμε ό, τι είναι λογικά εφικτό για να περιορίσουμε τις ζημιές.
safety but what is reasonably practicable for them to do will be different if you work in a workplace that they have control over.
ασφάλειά σας, αλλά τι είναι εύλογα εφικτό για τον οργανισμό θα είναι διαφορετικό από ό, τι αν εργαζόσαστε σε ένα χώρο εργασίας που ελέγχει ο οργανισμός.
so far as is reasonably practicable, the physical and mental health
στο μέτρο που αυτό είναι εύλογα εφικτό, τη σωματική και ψυχική υγεία των λειτουργών τους,
with the objective of generally maintaining and, where reasonably practicable, continuously improving safety.
με σκοπό την εν γένει διατήρηση και, εφόσον είναι εύλογα εφικτό, τη συνεχή βελτίωσή της.
to the workplace that is reasonably practicable and enables a person living with HIV
στον χώρο εργασίας που είναι λογικά εφικτή και βοηθά ένα άτομο που ζει με HIV
so far as is reasonably practicable, the physical and mental health
στο μέτρο που αυτό είναι εύλογα εφικτό, τη σωματική και ψυχική υγεία των λειτουργών τους,
with the objective of generally maintaining and, where reasonably practicable, continuously improving safety.
με σκοπό την εν γένει διατήρηση και, εφόσον είναι εύλογα εφικτό, τη συνεχή βελτίωσή της.
to the work- place that is reasonably practicable and will enable a person living with HIV
στον χώρο εργασίας που είναι λογικά εφικτή και βοηθά ένα άτομο που ζει με HIV
(i) that the patient has no nearest relative or that it is not reasonably practicable to determine whether or not the patient has a nearest relative, or the identity of such a relative.
(α) Όπου ο ασθενής δεν έχει πλησιέστερο συγγενή εντός της έννοιας του παρόντος Νόμου ή δεν είναι εύλογα πρακτικό να διακριβωθεί κατά πόσο ο ασθενής έχει τέτοιο συγγενή ή ποιος είναι ο συγγενής αυτός.
so far as is reasonably practicable, a work environment that is without risks to health and safety.
στο μέτρο που αυτό είναι εύλογα εφικτό, ένα περιβάλλον εργασίας που είναι χωρίς κινδύνους για την υγεία ή την ασφάλεια.
to the workplace that is reasonably practicable and will enable a person living with HIV
στον χώρο εργασίας που είναι λογικά εφικτή και βοηθά ένα άτομο που ζει με HIV
(a)that the patient has no nearest relative within the meaning of this Order, or that it is not reasonably practicable to ascertain whether he has such a relative, or who that relative is;
(α) Όπου ο ασθενής δεν έχει πλησιέστερο συγγενή εντός της έννοιας του παρόντος Νόμου ή δεν είναι εύλογα πρακτικό να διακριβωθεί κατά πόσο ο ασθενής έχει τέτοιο συγγενή ή ποιος είναι ο συγγενής αυτός.
has not lodged an application for international protection as soon as reasonably practicable after arrival in that Member State.
δεν έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας το συντομότερο ευλόγως δυνατόν, μετά την άφιξή του στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας.
so far as reasonably practicable, a work environment that is without risks to health and safety.
στο μέτρο που αυτό είναι εύλογα εφικτό, ένα περιβάλλον εργασίας που είναι χωρίς κινδύνους για την υγεία ή την ασφάλεια.
(a) that the patient has no nearest relative within the meaning of this Act, or that it is not reasonably practicable to ascertain whether he has such a relative, or who that relative is;
(α) Όπου ο ασθενής δεν έχει πλησιέστερο συγγενή εντός της έννοιας του παρόντος Νόμου ή δεν είναι εύλογα πρακτικό να διακριβωθεί κατά πόσο ο ασθενής έχει τέτοιο συγγενή ή ποιος είναι ο συγγενής αυτός.
safety of its volunteers but what is reasonably practicable for your organisation will be different than if your volunteers worked in a workplace that you have control over.
ασφάλειά σας, αλλά τι είναι εύλογα εφικτό για τον οργανισμό θα είναι διαφορετικό από ό, τι αν εργαζόσαστε σε ένα χώρο εργασίας που ελέγχει ο οργανισμός.
changes to the Terms, we will give you as much prior notice of such changes as is reasonably practicable via one of the methods set out below.
θα σας ενημερώσουμε όσο το δυνατόν πιο νωρίς γίνεται σχετικά με τις αλλαγές αυτές όσο είναι ευλόγως εφικτό μέσω από τις μεθόδους που περιγράφονται παρακάτω.
the Terms of Use, we will give You as much prior notice of such changes as is reasonably practicable via one of the methods set out in paragraph 3.3.
θα σας ενημερώσουμε όσο το δυνατόν πιο νωρίς γίνεται σχετικά με τις αλλαγές αυτές όσο είναι ευλόγως εφικτό μέσω από τις μεθόδους που περιγράφονται παρακάτω.
so far as reasonably practicable.
εφόσον είναι ευλόγως εφικτό.
Results: 70, Time: 0.0429

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek