TWO RECENT in Greek translation

[tuː 'riːsnt]
[tuː 'riːsnt]
δύο πρόσφατες
δύο τελευταία
δυο πρόσφατες
δυο πρόσφατα
2 πρόσφατες

Examples of using Two recent in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Damaging Croatia's case for membership, two recent crimes have revived concerns.
Πλήττοντας την προσπάθεια ένταξης της Κροατίας, δυο πρόσφατα εγκλήματα έχουν αναζωπυρώσει τις ανησυχίες.
However, two recent studies by scientists in the U.S.
Ωστόσο, δύο πρόσφατες έρευνες από επιστήμονες στις Η.Π.Α.
Two recent colored photographs.
Δύο πρόσφατες έγχρωμες φωτογραφίες.
Two recent colour photos.
Δύο πρόσφατες έγχρωμες φωτογραφίες.
Two recent developments mark a significant change in the relationship.
Δύο πρόσφατες εξελίξεις σηματοδοτούν μια σημαντική αλλαγή στη σχέση.
Two recent passport photographs.
Δύο πρόσφατες φωτογραφίες διαβατηρίου.
Two recent North Korean statements support this interpretation.
Δύο πρόσφατες δηλώσεις της Βόρειας Κορέας υποστηρίζουν αυτήν την ερμηνεία.
Two recent photo(passport size).
Δύο πρόσφατες φωτογραφίες(μεγέθους διαβατηρίου).
Two recent archaeological stories are getting some media attention.
Δύο πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις-ιστορίες έχουν αποσπάσει κάποια προσοχή στα μέσα ενημέρωσης….
Two Recent Colored Photograph.
Δύο πρόσφατες έγχρωμες φωτογραφίες.
Two recent studies have used a similar methodology.
Δύο πρόσφατες μελέτες έχουν χρησιμοποιήσει μια παρόμοια μεθοδολογία.
Official presentation of two recent publications on Apuleius at CHS GR.
Επίσημη παρουσίαση δύο πρόσφατων βιβλίων για τις«Μεταμορφώσεις» του Απουλήιου.
Weep for the two recent deaths if you have tears.
Κλάψε καλύτερα τους δύο πρόσφατους νεκρούς, αν μπορείς να κλάψεις.
Two recent photographs of size 35 mm X 50 mm.
Προσκόμιση δυο πρόσφατων φωτογραφιών 30x35 mm.
Yeah, that, uh… two recent murders are identical to those three years ago.
Ναι, ότι οι δύο πρόσφατοι φόνοι είναι παρόμοιοι με εκείνους πριν τρία χρόνια.
Two recent murders on the south side.
Δύο πρόσφατοι φόνοι στα Νότια.
The trend is in the spotlight thanks to two recent cases.
Αυτή η τάση βρέθηκε στη δημοσιότητα εξαιτίας δύο πρόσφατων υποθέσεων.
Relationship between two recent New Zealand earthquakes.
Σχέση βλέπουν οι επιστήμονες μεταξύ των δύο πρόσφατων σεισμών της Νέας Ζηλανδίας.
The subject is addressed in two recent books.
Αναφέρεται σε δύο πρόσφατα βιβλία.
There have been two recent sets of demonstrations,
Έχουν υπάρξει δύο πρόσφατα σύνολα διαδηλώσεων,
Results: 247, Time: 0.0396

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek