UNAVOIDABLY in Greek translation

[ˌʌnə'voidəbli]
[ˌʌnə'voidəbli]
αναπόφευκτα
inevitably
inevitable
unavoidably
unavoidable
inexorably
invariably
inescapably
inescapable
ineluctably
αναπόφευκτο
inevitable
unavoidable
inescapable
indispensable
inevitability
inevitably
αναπόφευκτη
inevitable
unavoidable
inescapable
indispensable
inevitability
inevitably
μοιραίως
fatefully
unavoidably
inevitably
was bound

Examples of using Unavoidably in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
In fact, people who rely on this item to shed a terrific quantity of will unavoidably feel disappointed.
Στην πραγματικότητα, τα άτομα που φαίνονται σε αυτό το προϊόν για να χάσει μια φανταστική ποσότητα αναπόφευκτα πραγματικά θα νιώσετε απογοητευμένοι.
But the promise of the encounter can only be realized outside the organization and, unavoidably, at odds with it.
Αλλά η υπόσχεση, την οποία η συνάντηση εμπεριέχει, δε μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά έξω από την οργάνωση και, αναγκαστικά, ενάντια σ' αυτήν.
In fact, individuals who rely on this product to shed an excellent amount of will unavoidably feel let down.
Στην πραγματικότητα, τα άτομα που φαίνονται σε αυτό το προϊόν για να χάσει μια φανταστική ποσότητα αναπόφευκτα πραγματικά θα νιώσετε απογοητευμένοι.
In fact, people that turn to this item to lose a wonderful amount of will unavoidably feel let down.
Στην πραγματικότητα, τα άτομα που προσβλέπουν σε αυτό το προϊόν για να χάσει μια μεγάλη ποσότητα αναπόφευκτα πραγματικά θα νιώσετε απογοητευμένοι.
In fact, people who resort to this product to lose a wonderful amount of will unavoidably really feel let down.
Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι που καταφεύγουν σε αυτό το προϊόν για να χάσει μια μεγάλη ποσότητα θα είναι αναμφίβολα πραγματικά αισθάνομαι απογοητευμένος.
As a matter of fact, people who resort to this product to shed a terrific quantity of will unavoidably feel let down.
Στην πραγματικότητα, τα άτομα που φαίνονται σε αυτό το προϊόν για να χάσει μια φανταστική ποσότητα αναπόφευκτα πραγματικά θα νιώσετε απογοητευμένοι.
As a matter of fact, individuals who look to this product to shed an excellent quantity of will unavoidably feel let down.
Στην πραγματικότητα, τα άτομα που φαίνονται σε αυτό το προϊόν για να χάσει μια φανταστική ποσότητα αναπόφευκτα πραγματικά θα νιώσετε απογοητευμένοι.
the direct financial consequences, if any, necessarily and unavoidably incurred as a result of the cessation of its participation in the existing measure.
οι οποίες προκύπτουν ως αναγκαστικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα της παύσης της συμμετοχής της στο υφιστάμενο μέτρο.
if we try to correct presbyopia, we unavoidably interfere with distant vision as well,
προσπαθήσουμε να διορθώσουμε την πρεσβυωπία, μοιραίως παρεμβαίνουμε και στη μακρινή όραση, με αποτέλεσμα ο
if we try to correct presbyopia, we unavoidably interfere with distant vision as well,
προσπαθήσουμε να διορθώσουμε την πρεσβυωπία, μοιραίως παρεμβαίνουμε και στη μακρινή όραση, με αποτέλεσμα ο
At 14:02, after being informed that the ship could no longer steer and was unavoidably sinking, Admiral Ito ordered the mission canceled,
Στις 14:02 αφού ενημερώθηκε ότι το πλοίο δεν μπορούσε πλέον να κυβερνηθεί και η βύθιση ήταν αναπόφευκτη, ο Ναύαρχος Ίτο διέταξε την ακύρωση της αποστολής
At 14:02, after being informed that the ship could no longer steer and was unavoidably sinking, Admiral Itō ordered the mission canceled,
Στις 14:02 αφού ενημερώθηκε ότι το πλοίο δεν μπορούσε πλέον να κυβερνηθεί και η βύθιση ήταν αναπόφευκτη, ο Ναύαρχος Ίτο διέταξε την ακύρωση της αποστολής
If the course followed by Jehovah's Witnesses were a fanatical one that had no basis and unavoidably meant harm to themselves
Αν η πορεία που ακολουθούν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ήταν μια πορεία φανατική, αβάσιμη και σήμαινε αναπόφευκτη βλάβη για τους ίδιους,
If you do enough browsing on wart treatments and the best ways to eliminate skin tags, you will unavoidably encounter some people that swear that covering warts with air duct tape for extended durations of time is an efficient therapy for these imperfections.
Αν το κάνετε αρκεί περιήγηση στις θεραπείες κονδυλωμάτων, αλλά και πώς να εξαλείψει τις ετικέτες του δέρματος, που αναμφίβολα θα ανακαλύψετε κάποιους ανθρώπους που ορκίζονται ότι καλύπτει κονδυλωμάτων με κολλητική ταινία για εκτεταμένες χρονικές περιόδους είναι μια αξιόπιστη θεραπεία για αυτές τις κηλίδες.
which analyze individual parts of the work and unavoidably enter into its content, are those that shape the sequence,
που αναλύουν τα επιμέρους συστατικά του έργου και υπεισέρχονται αναπόφευκτα στο περιεχόμενο του, είναι αυτές που διαμορφώνουν την αλληλουχία
is a serious mistake which unavoidably leads to confusion in assessing major world political events
είναι σημαντικό λάθος, το οποίο οδηγεί αναπόφευκτα σε σύγχυση στην εκτίμηση των μείζονων πολιτικών γεγονόταν και ακόμα
they will either be unavoidably incorporated into the body of the real procedures of the movement(assemblies
είναι απλά ανύπαρκτοι και είτε θα ενσωματωθούν αναπόφευκτα στις πραγματικές διαδικασίες του κινήματος(συνελεύσεις κλπ)
thus productive nation which means that it will too be unavoidably hostile to the verminous Zionism.
θα πρέπει να λειτουργήσει ως ένα φυσιολογικό και άρα παραγωγικό κράτος και άρα αναγκαστικά θα είναι εχθρικό και το ίδιο για τον παρασιτικό σιωνισμό.
also fat you unavoidably gain throughout the bulking cycle.
καθώς και το λίπος που αναμφίβολα πάρετε ολόκληρο τον κύκλο διόγκωσης.
leads unavoidably to ferocious capitalist reaction and a devastating explosion of imperialism.
οδηγείται αναπόφευκτα στο να τελειώσει μέσα σε μια άγρια καπιταλιστική αντίδραση και σε μια καταστροφική έκρηξη του ιμπεριαλισμού.
Results: 302, Time: 0.0533

Top dictionary queries

English - Greek