WHOSE POPULATION in Greek translation

[huːz ˌpɒpjʊ'leiʃn]
[huːz ˌpɒpjʊ'leiʃn]
οποίας ο πληθυσμός
οποίων ο πληθυσμός
πληθυσμός της οποίας
οποίου ο πληθυσμός
των κατοίκων της οποίας
οποίας η κοινωνία

Examples of using Whose population in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
forms the metropolitan area of Douai-Lens, whose population at the 1999 census was 552,682.
αποτελεί τη μητροπολιτική περιοχή Ντουαί-Λανς, της οποίας ο πληθυσμός κατά την απογραφή του 1999 ήταν 552.682.
Italy is the only significant European economy whose population in the next five years is anticipated to decrease further,
Η Ιταλία είναι η μόνη σημαντική ευρωπαϊκή οικονομία, ο πληθυσμός της οποίας αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω τα επόμενα πέντε χρόνια,
In the early twentieth century Ankara was a small town, whose population does not exceed even 20 000 people.
Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η Άγκυρα ήταν μια μικρή πόλη, των οποίων ο πληθυσμός δεν υπερβαίνει ακόμα και 20 000 άτομα.
However, the arrival of the refugees set a new start for the village whose population increased in the coming decades.
Η έλευση όμως των προσφύγων έδωσε νέα πνοή στον οικισμό, του οποίου ο πληθυσμός αυξήθηκε τις επόμενες δεκαετίες.
aire urbaine) of Douai-Lens, whose population at the 1999 census was 552,682.
αποτελεί τη μητροπολιτική περιοχή Ντουαί-Λανς, της οποίας ο πληθυσμός κατά την απογραφή του 1999 ήταν 552.682.
foreigners show interest in Mongolia, whose population is just two million people,
ξένοι δείχνουν ενδιαφέρον για τη Μογγολία, ο πληθυσμός της οποίας είναι μόλις δύο εκατομμύρια άνθρωποι,
It's also home to the endangered ocelot, a beautiful cat whose population is estimated to be down to 50 in the United States.
Στην ίδια περιοχή ζει ο οσελότος, ένα άλλο απειλούμενο αιλουροειδές, του οποίου ο πληθυσμός στις ΗΠΑ έχει συρρικνωθεί στα 50 άτομα.
The couple settled in the small town of Herschel, whose population today is counted at 30 residents.
Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην μικρή πόλη του Herschel, των οποίων ο πληθυσμός σήμερα δεν ξεπερνά τους 30 κατοίκους.
A life form living on the organism whose population has reached too high a level.
Μια μορφή ζωής που ζει πάνω στον οργανισμό της οποίας ο πληθυσμός έφτασε σε πολύ υψηλό επίπεδο.
Han said North Korea, whose population is 26 million, is a"people-centered socialist country….
Ο Χαν δήλωσε πως η Βόρεια Κορέα, ο πληθυσμός της οποίας φθάνει τα 26 εκατομμύρια, είναι μια«επικεντρωμένη στον λαό σοσιαλιστική χώρα….
They still exist in the countries of Asia and Africa, whose population as"refugees" is gradually moving to Europe.
Εξακολουθούν να υφίστανται στις χώρες της Ασίας και της Αφρικής, των οποίων ο πληθυσμός ως«πρόσφυγες» μετακινείται σταδιακά στην Ευρώπη.
The capital of the People's Republic of China Beijing- one of the largest cities in the world whose population occupies an honorable 2nd place after Shanghai.
Η πρωτεύουσα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Πεκίνο- μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου ο πληθυσμός της οποίας κατέχει τιμητική 2η θέση μετά τη Σαγκάη.
Ninety-five per cent of this final buildout of humanity will occur in the urban areas of developing countries, whose population will double to nearly 4 billion over the next generation.
Το 95% του οριστικού κορεσμού της ανθρωπότητας θα επιτευχθεί στις αστικές περιοχές των αναπτυσσόμενων χωρών, των οποίων ο πληθυσμός θα διπλασιαστεί, αγγίζοντας περίπου τα 4 δις στην επόμενη γενιά.
It also encompasses part of the adjacent Mures County, whose population includes a sizable number of Hungarians.
Η περιοχή περιλαμβάνει επίσης την όμορη επαρχία Μούρες, ο πληθυσμός της οποίας περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό Ούγγρων.
The 1715 The Ottomans made for the second time holders of Methoni, whose population increased and commercial traffic in the harbor.
Το 1715 οι Οθωμανοί γίνονται για δεύτερη φορά κάτοχοι της Μεθώνης, ο πληθυσμός της οποίας αυξήθηκε καθώς και η εμπορική κίνηση στο λιμάνι.
Athens fears a Turkish attack on the island, whose population is fewer than 1,000,
Η Αθήνα φοβάται μια τουρκική επίθεση στο νησί, ο πληθυσμός του οποίου είναι λιγότεροι από 1 κατοίκους
the country- the majority of whose population is comprised of ethnic Albanians- still finds itself among Europe's step-children.
η χώρα- η πλειοψηφία του πληθυσμού της οποίας αποτελείται πλέον από Αλβανούς- εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα στα«υιοθετημένα παιδιά» της Ευρώπης.
Afrin, whose population is predominantly Kurdish,
Η Αφρίν, ο πληθυσμός του οποίου είναι κυρίως κουρδικός,
But Kosovo, whose population is mainly Muslim,
Το Κόσοβο, ο πληθυσμός του οποίου είναι κυρίως μουσουλμανικός,
Authorities in Kosovo, whose population is mainly Muslim,
Το Κόσοβο, ο πληθυσμός του οποίου είναι κυρίως μουσουλμανικός,
Results: 190, Time: 0.038

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek