A BASIC TOOL in Greek translation

[ə 'beisik tuːl]

Examples of using A basic tool in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
provided that this is an additional measure, but as a basic tool such procedures have almost zero efficiency.
πρόκειται για ένα επιπλέον μέτρο, αλλά ως βασικό εργαλείο τέτοιες διαδικασίες έχουν σχεδόν μηδενική απόδοση.
using as a basic tool of comparison and inference Category Rotation Matrix.
χρησιμοποιώντας ως βασικό εργαλείο σύγκρισης και εξαγωγής συμπερασμάτων τη Μήτρα Εναλλαγής Κατηγοριών.
So you have got these two tools, this one a basic tool made by a Neanderthal, and this one a basic tool made by a modern human.
Έχετε αυτά τα δύο εργαλεία, ένα βασικό εργαλείο φτιαγμένο από Νεάτερνταλ, κι ένα βασικό εργαλείο φτιαγμένο από σύγχρονο άνθρωπο.
it is a basic tool to validate unDNI with laRENIEC,
είναι ένα βασικό εργαλείο για την επικύρωση του unDNI με το laRENIEC,
(EL) Mr President, the European Social Fund is a tool, a basic tool with which to build a better Europe,
Κύριε Πρόεδρε, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο είναι ένα εργαλείο, ένα βασικό εργαλείο για να κτίσουμε μια καλύτερη Ευρώπη,
She recommends'the legal separation of the network infrastructures from the service layers' as a basic tool for use by national legislators while not excluding full functional separation regarding the electronic communications markets.
Ως βασικό εργαλείο για τον εθνικό νομοθέτη προτείνει τον"νομικό διαχωρισμό μεταξύ των υποδομών δικτύων και των επιπέδων υπηρεσιών"." Επίτροπος όμως δεν αποκλείει ως και τον πλήρη λειτουργικό διαχωρισμό για τις αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
is a basic tool in phoniatry and leads to precise localization of the cause of hoarseness-dysphonia(polyps and nodules-"calluses" of the vocal folds) and swallowing problems.
αποτελεί βασικό εργαλείο στη φωνιατρική και οδηγεί στην ακριβή εντόπιση της αιτίας του βράγχους-δυσφωνίας(πολύποδες καιόζοι-«κάλλοι» φωνητικών χορδών) αλλά και προβλημάτων κατάποσης.
The last section builds an interpretation for the Cretan period of Theotokopoulos, with a basic tool for the stylistic examination of his works
Η τελευταία ενότητα δομεί μία ερμηνεία για την κρητική περίοδο του Θεοτοκόπουλου, με βασικό εργαλείο την υφολογική εξέταση των έργων του
Considered a basic tool of pooling demand,
Οι από κοινού«off-the-shelf» προμήθειες, αποτελώντας βασικό εργαλείο για τη συγκέντρωση της ζήτησης,
sales as a basic tool to improve the position of producers in the value chain;
ως βασικό εργαλείο για τη βελτίωση της θέσης των παραγωγών στην αλυσίδα αξίας·.
from school is a basic tool by means of which children may understand the city.
προς το σχολείο είναι το βασικότερο εργαλείο που έχουν τα παιδιά στα χέρια τους για να κατανοήσουν την πόλη.
Ockham's razor has become a basic tool for those who follow the scientific method.
Το Ξυράφι του Όκαμ αποτελεί θεμελιώδη αρχή για όσους ακολουθούν την επιστημονική μεθοδολογία.
This regulation is part of the Europe 2020 policy, and is a basic tool for managing the knowledge
Ο παρών κανονισμός αποτελεί τμήμα της πολιτικής Ευρώπη 2020, και συνιστά βασικό εργαλείο για τη διαχείριση της γνώσης
Finally, it is a basic tool for proving theorems in number theory such as Lagrange's four-square theorem
Τέλος, είναι ένα βασικό εργαλείο για την απόδειξη θεωρημάτων στη σύγχρονη θεωρία αριθμών, όπως το θεώρημα
Finally, it can be used as a basic tool for proving theorems in number theory such as Lagrange's four-square theorem
Τέλος, είναι ένα βασικό εργαλείο για την απόδειξη θεωρημάτων στη σύγχρονη θεωρία αριθμών, όπως το θεώρημα των τεσσάρων τετραγώνων του Lagrange
There was a time, when the construction of terraced land was also a basic tool for the design of the main roads
Κάποτε, η κατασκευή αναβαθμίδων στη Νίσυρο αποτελούσε και βασικό εργαλείο για τη χάραξη των κύριων οδών κυκλοφορίας,
Finally, it is a basic tool for proving theorems in modernnumber theory,
Τέλος, είναι ένα βασικό εργαλείο για την απόδειξη θεωρημάτων στη σύγχρονη θεωρία αριθμών,
our results are a basic tool which people will use to advance research in other areas.".
ένα καινούργιο θαυματουργό φάρμακο, έτσι και τα αποτελέσματά μας είναι ένα βασικό εργαλείο για την πρόοδο της έρευνας σε άλλους τομείς.
is seen as a basic tool within the framework of EU strategy and'smart sanctions' rather than'blind sanctions' are advocated.
θεωρείται βασικό εργαλείο στα πλαίσια της στρατηγικής της Ε.Ε., ενώ υιοθετείται η πολιτική θέσπισης των"έξυπνων" κυρώσεων στη θέση των"τυφλών".
improved on a continuous level in order to become a basic tool of shaping a new culture
να βελτιώνεται συνεχώς, ώστε να αποτελέσει ένα βασικό εργαλείο για την διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας
Results: 1429, Time: 0.0381

A basic tool in different Languages

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek