ABILITY TO REACT in Greek translation

[ə'biliti tə ri'ækt]
[ə'biliti tə ri'ækt]
ικανότητα να αντιδρά
δυνατότητα να αντιδράσουν
ικανότητα αντίδρασής

Examples of using Ability to react in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
increased efficiency, and the ability to react to front-lin System requirements Required Processor.
πελάτες το μεγαλύτερο έλεγχο, την αυξανόμενη αποδοτικότητα, και τη δυνατότητα να αντιδράσουν στην μπροστινός-Lin.
high, your concentration and ability to react might be affected
μπορεί να επηρεαστεί η συγκέντρωση και η ικανότητα αντίδρασης σας και επομένως η ικανότητα σας να οδηγείτε
so we're rolling out the ability to react to comments”.
στις συνομιλίες στο Facebook, οπότε ανοίγουμε τη δυνατότητα να αντιδράσουν στα σχόλια».
Those are just a few essential measures that we would like to see taken by the Member States' governments ultimately in the context of these national policies that have shown their superior ability to react.
Αυτά είναι ορισμένα από τα απαραίτητα μέτρα που θα θέλαμε να δούμε να λαμβάνουν τελικά οι κυβερνήσεις των Κρατών Μελών στο πλαίσιο αυτών των εθνικών πολιτικών που έχουν δείξει την ικανότητα αντίδρασής τους.
it might affect your concentration and ability to react and therefore also your ability to drive
μπορεί να επηρεαστεί η συγκέντρωση και η ικανότητα αντίδρασής σας και επομένως η ικανότητά σας να οδηγείτε
The psyche is a property of highly organized beings- people and animals, the ability to react to the world around us and regulate in this connection their behavior and activities.
Η ψυχή είναι ιδιοκτησία πολύ οργανωμένων όντων- ανθρώπων και ζώων, η ικανότητα να αντιδρούν στον κόσμο γύρω μας και να ρυθμίζουν σε αυτό το πλαίσιο τη συμπεριφορά και τις δραστηριότητές τους.
she will then be afraid of him and lose the ability to react to your commands in a noisy environment.
τότε θα φοβηθεί γι'αυτόν και θα χάσει την ικανότητα να αντιδράσει στις εντολές σας σε ένα θορυβώδες περιβάλλον.
Anyone who has ever danced on the dance floor knows that it is important to have a sense of rhythm and the ability to react quickly to dance movements,
Όποιος έχει χορέψει ποτέ στο dance floor ξέρει ότι είναι σημαντικό να έχεις την αίσθηση του ρυθμού και την ικανότητα να αντιδράς γρήγορα στις κινήσεις του χορού,
The readiness and ability to react will certainly follow on from improvements in coordination and early warning mechanisms
ετοιμότητα και η ικανότητα αντίδρασης θα προκύψουν από τη βελτίωση του συντονισμού και των μηχανισμών έγκαιρης ειδοποίησης καθώς επίσης
increased efficiency, and the ability to react to front-line business needs faster than ever before Provides more cost-effective and reliable support for mission-critical workloads.
πελάτες το μεγαλύτερο έλεγχο, την αυξανόμενη αποδοτικότητα, και τη δυνατότητα να αντιδράσουν στις επιχειρησιακές ανάγκες πρώτης γραμμής γρηγορότερα από πάντα πριν.
increased efficiency, and the ability to react to front-line business needs faster than ever before System requirements Required Processor.
πελάτες το μεγαλύτερο έλεγχο, την αυξανόμενη αποδοτικότητα, και τη δυνατότητα να αντιδράσουν στις επιχειρησιακές ανάγκες πρώτης γραμμής γρηγορότερα από πάντα πριν.
increased efficiency and the ability to react to front-line business needs faster than ever before.
την αυξανόμενη αποδοτικότητα και τη δυνατότητα να αντιδράσουν στις επιχειρησιακές ανάγκες πρώτης γραμμής γρηγορότερα από πάντα πριν.
the Court states that the reduction of payment appropriations reflects good budgetary management as it demonstrates the ability to react to changes and reduces the budgetary surplus,
το Συνέδριο δηλώνει ότι η μείωση των πιστώσεων πληρωμών αντικατοπτρίζει την καλή δημοσιονομική διαχείριση, αφού αποδεικνύει την ικανότητα αντίδρασης στις αλλαγές και μειώσεις του δημοσιονομικού πλεονάσματος,
Savers would have limited abilities to react to extreme monetary events like deflation or inflation.
Οι πολίτες θα έχουν περιορισμένες ικανότητες να αντιδρούν σε ακραίες νομισματικά φαινόμενα, όπως ο αποπληθωρισμός ή ο πληθωρισμός.
much of it clearly shows how plants have some remarkable abilities to react to and sense the world around them.
η περισσότερη από αυτή δείχνει ξεκάθαρα πως τα φυτά έχουν κάποιες εξαιρετικές ικανότητες να αντιδρούν και να αισθάνονται τον κόσμο γύρω τους.
The ability to react to a stimulus.
Η ικανότητα να απαντάμε σε ένα ερέθισμα.
Nothing scares terrorists more than our ability to react.
Τίποτα δεν φοβίζει τους τρομοκράτες περισσότερο από την ικανότητά μας να αντιδράσουμε.
Test your driving skills and your ability to react.
Αξιολογήστε με αξιοπρεπή τρόπο τις ικανότητες οδήγησης και την ικανότητά σας να ανοικοδομήσετε.
Proven ability to react positively and effectively in emergency situations.
Αποδεδειγμένη ικανότητα για θετική και αποτελεσματική αντίδραση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Ability to react in a short period of time.
Δυνατότητα ανταπόκρισης σε ελάχιστο χρόνο.
Results: 357, Time: 0.0484

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek