BEEN SPLIT in Greek translation

[biːn split]
[biːn split]
χωριστεί
divide
i divorce
i'm breaking up
separate
i split
μοιραστεί
share
divide
i split
i am distributing

Examples of using Been split in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
If 100% of the stocks have been split into four partners positioning respectively 10%,
το 100% των μετοχών έχει μοιραστεί σε τέσσερις συνεταίρους που κατέχουν αντίστοιχα το 10%,
Psychology to get a whole is quite a wide subject so to study it properly it's been split in to many branches that tell about the many different aspects of the human behavior,
Ψυχολογία στο σύνολό της είναι αρκετά ευρύ αντικείμενο, ώστε να την μελετήσουμε σωστά έχει χωριστεί σε διάφορους κλάδους που λένε για τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς,
a half years old have been split into two and this split is full of sadness….
οι παιδικές μου αναμνήσεις των εννιάμιση χρόνων έχουν μοιραστεί στα δύο και αυτή η διαίρεση είναι γεμάτη θλίψη….
Psychology for a whole is rather a wide subject so to research it properly it's been split in to many branches which tell about the various aspects of the human behaviour,
Ψυχολογία στο σύνολό της είναι αρκετά ευρύ αντικείμενο, ώστε να την μελετήσουμε σωστά έχει χωριστεί σε διάφορους κλάδους που λένε για τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς,
Fossey's skull had been split by a panga(Machete), a tool widely used by poachers,
Το κρανίο της είχε χωριστεί με Panga(μαχαίρι), ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται ευρέως από λαθροκυνηγούς,
Psychology to get a whole is quite a wide subject so to research it correctly it's been split in to several branches which tell about the various facets of the human behaviour,
Ψυχολογία στο σύνολό της είναι αρκετά ευρύ αντικείμενο, ώστε να την μελετήσουμε σωστά έχει χωριστεί σε διάφορους κλάδους που λένε για τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς,
has recently been split in two by an inexplicable war.
έχει χωριστεί στα δύο πρόσφατα από έναν ανεξήγητο πόλεμο.
God has been split by you in this way, being split finer
ο Θεός έχει διαχωριστεί από εσάς με αυτόν τον τρόπο και απομακρύνεται διακριτικά όλο
since 2013 the ERC Starting Grant scheme has been split in two: the ERC Starting Grant,
το πρόγραμμα επιχορηγήσεων εκκίνησης του ΕΣΕ έχει διαχωριστεί από το 2013 σε δύο σκέλη: επιχορηγήσεις εκκίνησης,
suggests that the movement might have been split at that time had the US exploited the opportunity instead of mobilizing the movement,
το κίνημα θα μπορούσε να είχε διασπαστεί εκείνη την εποχή, αν οι ΗΠΑ είχαν εκμεταλλευτεί την ευκαιρία
The nearest airport is Split Airport, 4 km from the… více info.
The nearest airport is Split Airport, 5… επιπλέον πληροφορίες.
My time is split between many things.
Στον ελεύθερο χρόνο της μοιράζεται ανάμεσα σε πολλά πράγματα.
The 53 teams were split into nine groups.
Οι 53 ομάδες χωρίστηκαν σε 9 ομίλους.
This task was split amongst the international bankers from,
Το έργο αυτό χωρίστηκε μεταξύ των διεθνών τραπεζιτών,
Villa is split in two levels, 100 sqm each.
Η βίλα είναι χωρισμένη σε δύο επίπεδα των 100 τμ ο καθένας.
The house is split in three levels.
Το σπίτι χωρίζεται σε τρία επίπεδα.
The house is split in two levels.
Η κατοικία χωρίζεται σε δύο επίπεδα.
The film is split into three acts.
Η ταινία είναι χωρισμένη σε τρεις πράξεις.
The course is split in two pieces: theory and lab(hands on).
Το μάθημα διαιρείται σε δύο τμήματα: θεωρία και εργαστήριο.
The archives section is split in two: current records
Τομέας αρχείων είναι χωρισμένος σε δύο τμήματα: τρέχοντα
Results: 44, Time: 0.0497

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek