COMMON CONDITION in Greek translation

['kɒmən kən'diʃn]
['kɒmən kən'diʃn]
συνήθης κατάσταση
common condition
usual condition
usual situation
usual state
standard situation
συχνή κατάσταση
συνηθισμένη πάθηση
κοινή συνθήκη

Examples of using Common condition in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Urticaria is a common condition, in which the majority of cases are non-allergenic.
Κνίδωση είναι μια συχνή κατάσταση, στην οποία η πλειονότητα των περιπτώσεων είναι μη αλλεργικής φύσεως.
It is a common condition that most often is inherited.
Είναι μια συνηθισμένη κατάσταση, η οποία συχνά είναι κληρονομική.
Rhinitis is a very common condition.
Η ρινίτιδα είναι μια πολύ συχνή πάθηση.
It is a very common condition.
Είναι μια πολύ κοινή κατάσταση.
This common condition effects as high as 8% of the entire adult populace.
Αυτό το κοινό πρόβλημα επηρεάζει τόσο υψηλό όπως 8% του συνόλου καλλιεργούνται-up πληθυσμού.
Conjunctivitis is a very common condition, sometimes referred to as“pink eye”.
Η επιπεφυκίτιδα είναι μια πολύ συνηθισμένη πάθηση, η οποία ορισμένες φορές αναφέρεται ως“ροζ μάτι”(pink eye).
It's a fairly common condition currently estimated to affect one out of every 150 people(8).
Είναι μια συχνή κατάσταση που επηρεάζει έναν στους 150 ανθρώπους(8).
This is a very common condition that affects almost 50% of seniors.
Πρόκειται για μία πάρα πολύ συνηθισμένη κατάσταση, η οποία επηρεάζει περίπου το 50% των ανθρώπων.
Bladder weakness is a common condition.
Η αδυναμία ουροδόχου κύστης είναι μια συχνή πάθηση.
Dry eye is a common condition without a cure.
Το ξηρό μάτι είναι μια κοινή κατάσταση χωρίς θεραπεία.
Stroke is a common condition caused by abnormal brain blood vessels.
Το κτύπημα είναι ένας κοινός όρος που προκαλείται με τα ανώμαλα αιμοφόρα αγγεία εγκεφάλου.
Diverticulosis is a very common condition of the large bowel especially in the West.
Η εκκολπωμάτωση αποτελεί μια πολύ συνηθισμένη πάθηση του παχέος εντέρου, ιδίως στον Δυτικό κόσμο.
Allergies are a common condition that can happen to anyone.
Οι αλλεργικές αντιδράσεις είναι ένα κοινό πρόβλημα που μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε άτομο.
Haemorrhoids are a very common condition in the population of Western societies.
Η αιμορροϊδοπάθεια είναι μία ιδιαίτερα συχνή κατάσταση στον πληθυσμό των δυτικών κοινωνιών.
It is a common condition.
Είναι μια συνηθισμένη κατάσταση.
Regarding the ears, a very common condition is otitis.
Ειδικά όσον αφορά το αυτί μια πολύ συχνή πάθηση είναι η ωτίτιδα.
Heart failure is a common condition.
Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι κοινή κατάσταση.
You don't have a common condition, but it's related to an autoimmune phenomenon.
Δεν έχεις μια συνηθισμένη πάθηση, αλλά σχετίζεται με ένα αυτο-άνοσο φαινόμενο.
Arthritis is a common condition in the Western world.
Η αρθρίτιδα είναι ένα κοινό πρόβλημα στο Δυτικό κόσμο.
Urinary symptoms associated with a common condition called benign prostatic hyperplasia.
Συμπτώματα του ουροποιητικού συστήματος που σχετίζονται με μια συνηθισμένη κατάσταση που ονομάζεται καλοήθης υπερπλασία του προστάτη.
Results: 308, Time: 0.0477

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek