Examples of using Contested judgment in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
It added, in paragraphs 31 and 32 of the contested judgment, that the Commission had been requested to submit proposals concerning the recognition of situations involving registered partnerships
Το Πρωτοδικείο πρόσθεσε, με τις σκέψεις 31 και 32 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είχε κληθεί να υποβάλει προτάσεις σχετικά με την αναγνώριση καταστάσεων καταχωρισμένων σχέσεων και ότι εναπέκειτο στο Συμβούλιο,
By the contested judgment the Court of First ruled that there was no need to adjudicate on the application for a declaration of failure to act,
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο έκρινε ότι παρείλκε η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής κατά παραλείψεως, διότι η προσφυγή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου,
By its first plea the appellant criticises the finding of the Court of First Instance at paragraph 65 of the contested judgment that the expression'without delay' in Article 8(3)(b)
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα βάλλει κατά του γεγονότος ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η λέξη«αμέσως», η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο β',
In the contested judgment, the General Court upheld the Commission's conclusion that the Slovak compulsory health insurance scheme was predominantly solidarity-based,
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τόσο το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι το σλοβακικό υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας στηρίζεται κατά
T-519/09 Toshiba Corporation v European Commission(the‘Contested Judgment'), in which Toshiba Corporation(‘Toshiba') applied for the
Toshiba Corporation κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής(στο εξής: η προσβαλλόμενη απόφαση), στο πλαίσιο της οποίας η Toshiba Corporation(στο εξής:
at paragraph 69 of the contested judgment, that where it is confronted with a matter which is highly complex
με τη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή, όταν της ζητείται να αποφανθεί επί υποθέσεως που είναι ιδιαίτερα περίπλοκη
The contested judgment is vitiated by a manifest error of assessment and substantively invalid,
Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει, ως εκ τούτου,
The Court of First Instance held, in paragraphs 14 to 18 of the contested judgment, that the pre-litigation procedure related only to the application for the household allowance and that therefore the action could seek
Το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 14 έως 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία είχε ως μοναδικό αντικείμενο το αίτημα περί χορηγήσεως επιδόματος στέγης
seeks the annulment of the judgment of the Court of First Instance of 17 February 1998 1(hereinafter'the contested judgment') in so far as it dismissed the claim for damages brought by Pharos against the Commission under Article 235 EC(for merly Article 178)
η εταιρία Pharos SA(στο εξής: Pharos) επιδιώκει την εξαφάνιση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 17ης_Φεβρουαρίου_1998 1( στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), καθόσον με την απόφαση του Πρωτοδικείου απορρίφθηκε η αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκήσει κατά της Επιτροπής η Pharos, βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης ΕΚ(νυν άρθρου 235 ΕΚ)
By the contested judgment the Court of First Instance declared that there was no need to adjudicate on the application for a declaration of failure to act,
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο αφενός έκρινε ότι παρείλκε η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής κατά παραλείψεως, διότι η προσφυγή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου,
The appellants bring seven pleas in law against the contested judgment.
Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν επτά λόγους αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
The appellant raises six pleas in law against the contested judgment.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει έξι λόγους αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Set aside paragraph 1 of the operative part of the contested judgment;
Να ακυρώσει το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως·.
Reverse the contested judgment and, in consequence, annul the contested decision; and, in the alternative.
Να μεταρρυθμίσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και, συνεπώς, να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, επικουρικώς.
A note of the judgment in the thirdparty proceedings shall be made in the margin of the original of'the contested judgment.
Σημείωση της αποφάσεοις επί της τριτανακοπής γίνεται στο περιθώριο του πριοτοτύπου της προσβαλλομένης αποφάσεος.
The Contested Judgment and Contested Decision should therefore be annulled in so far as they conclude that Toshiba continued to participate in the Gentlemen's Agreement until May 2003.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και η απόφαση της Επιτροπής πρέπει, αντιστοίχως, να αναιρεθούν και να ακυρωθούν καθόσον καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η Toshiba συνέχισε να συμμετέχει στη Συμφωνία Κυρίων έως τον Μάιο του 2003.
Finally, several findings of the contested judgment run counter to established EU
Τέλος, ορισμένες από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνάδουν με την πάγια νομολογία της ΕΕ
as is apparent from paragraph 71 of the contested judgment, neither the Council nor the Commission considered the possibility of granting him partial access to the documents in question.
όπως προκύπτει από τη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε το Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή εξέτασαν τη δυνατότητα να του παράσχουν μερική πρόσβαση στα επίδικα έγγραφα.
at paragraph 59 of the contested judgment, that the expressions and tone employed by E in her memorandum of 10 January 1995 were merely unseemly when in fact they reflected a lack of deference stemming from an abuse of the freedom of expression.
με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις εκφράσεις και το ύφος που χρησιμοποίησε η Ε στο σημείωμα της 10ης Ιανουαρίου 1995 ως στοιχεία συνιστώντα απλώς έλλειψη ευπρέπειας, ενώ στην πραγματικότητα συνιστούν εκδήλωση ελλείψεως σεβασμού, η οποία οφείλεται στην υπερβολική και δυσανάλογη άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως.
that they are also identical where variations are made without altering the distinctive character(see paragraphs 38-40 of the Contested Judgment).
σημείου χωρίς τροποποίηση ή προσθήκη και, αφετέρου, ότι είναι πανομοιότυπα και όταν επέρχονται τροποποιήσεις χωρίς να μεταβάλλεται ο διακριτικός χαρακτήρας(βλ. σκέψεις 38 έως 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
Results: 319, Time: 0.0422

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek