CORRODING in Greek translation

[kə'rəʊdiŋ]
[kə'rəʊdiŋ]
διάβρωση
corrosion
erosion
eroding
pitting
corroding
διαβρώνοντάς
corroding
eroding it

Examples of using Corroding in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
which is capable of corroding- oxidizing our device
το οποίο είναι ικανό να διαβρώσει- οξειδώσει τη συσκευή μας
One can readily conclude that the National-Socialist reaction against the corroding influence of Jewish naturalism on German national life leads,
Μπορεί κανείς εύκολα να συμπεράνει ότι η Εθνικο-Σοσιαλιστική αντίδραση ενάντια στην διαβρωτική επίδραση του εβραϊκού νατουραλισμού στην γερμανική εθνική ζωή οδηγεί,
It is only in the 20th century, especially in post-WWII America that capitalism emerged from its position as a predominant force in society to become a substitute for society, corroding all familial and kinship ties- and reducing the population as a whole to buyers and sellers in a universal.
Μόλις τον 20ο αιώνα, κυρίως στη μετά-το-Β΄ Παγκόσμιο-πόλεμο Αμερική, ο καπιταλισμός αναδύθηκε από τη θέση του ως κυρίαρχη δύναμη στην κοινωνία, για να γίνει ένα υποκατάστατο της κοινωνίας, διαβρώνοντας όλους τους οικογενειακούς και συγγενικούς δεσμούς- και περιορίζοντας τον πληθυσμό στο σύνολό του, σε αγοραστές και πωλητές σε.
which in turn could also cause the corroding and fusing the spark plug wire to the spark plug itself.
που με τη σειρά του θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει το διαβρωτικό και την τήξη του σπινθήρα βύσμα του σύρματος στην ίδια μπουζί.
refugees is increasingly evident throughout Europe, corroding a continent that twenty years ago, prided itself as
πιο εμφανής σε ολόκληρη την Ευρώπη, διαβρώνοντας μια ήπειρο που πριν από 20 χρόνια εκπροσωπούσε την πολυεθνικότητα,
in the 20th century, especially in post-WWII America that capitalism emerged from its position as a predominant force in society to become a substitute for society, corroding all familial and kinship ties- and reducing the population as a whole to buyers and sellers in a universal, ever-expanding marketplace.
ως κυρίαρχη δύναμη στην κοινωνία, για να γίνει ένα υποκατάστατο της κοινωνίας, διαβρώνοντας όλους τους οικογενειακούς και συγγενικούς δεσμούς- και περιορίζοντας τον πληθυσμό στο σύνολό του, σε αγοραστές και πωλητές σε μια παγκόσμια, συνεχώς διευρυνόμενη αγορά.
hovering on the sides of the rock, with corroding fires he wrote the following sentence now percieved by the minds of men,& read by them on earth.
να περιφέρεται στην άκρη του βράχου, και με διαβρωτικές φλόγες να γράφει τον ακόλουθο λόγο που συνέλαβε ο νους των ανθρώπων, και τώρα διαβάζεται απ' αυτούς στη γη.
hovering on the sides of the rock: with corroding fires he wrote the following sentence now perceieved by the minds of men
να περιφέρεται στην άκρη του βράχου, και με διαβρωτικές φλόγες να γράφει τον ακόλουθο λόγο που συνέλαβε ο νους των ανθρώπων,
hovering on the sides of the rock: with corroding fires he wrote the following sentence now perceived by the minds of men,
να περιφέρεται στην άκρη του βράχου, και με διαβρωτικές φλόγες να γράφει τον ακόλουθο λόγο που συνέλαβε ο νους των ανθρώπων,
The sacrificial metal then corrodes instead of the protected metal.
Το θυσιαστικό μέταλλο διαβρώνει έπειτα αντί του προστατευμένου μετάλλου.
The anode rod corrodes instead of your tank.
Η ράβδος ανόδων διαβρώνει αντί της δεξαμενής σας.
Visual inspection.(a) Tank slightly damaged or slightly corroded.
Οπτική επιθεώρηση. α Ελαφρά βλάβη ή ελαφρά διάβρωση δοχείου.
The magnesium corrodes instead of your tank.
Το μαγνήσιο διαβρώνει αντί της δεξαμενής σας.
(a) Tank slightly damaged or slightly corroded.
Ελαφρά βλάβη ή ελαφρά διάβρωση δοχείου.
Anger corrodes our belief that anything good can happen to us.
Ο θυμός διαβρώνει την πίστη μας ότι μπορεί να μας συμβεί κάτι καλό.
In fact the moisture corrodes the parts of your device.
Στην πραγματικότητα η υγρασία διαβρώνει τα εξαρτήματα της συσκευής σας.
Zinc corrodes preferentially to the iron in steel.
Ο ψευδάργυρος διαβρώνει κατά προτίμηση στο σίδηρο στο χάλυβα.
The sacrificial metal then corrodes instead of the protected metal.
Το θυσιαστικό μέταλλο διαβρώνει, στη συνέχεια, αντί για το προστατευόμενο μέταλλο.
Inequality corrodes the European project.
Η ανισότητα διαβρώνει το ευρωπαϊκό σχέδιο.
Not confronting the truth corrodes democracy, the law and morality.
Δεν αντιμετωπίζει η αλήθεια διαβρώνει τη δημοκρατία, το νόμο και την ηθική.
Results: 41, Time: 0.0427

Top dictionary queries

English - Greek