DEEMING in Greek translation

['diːmiŋ]
['diːmiŋ]
θεωρώντας
i think
i believe
i consider
i see
i regard
find
feel
i deem
i assume
i view
κρίνοντας
judge
i find
i deem
i consider
judgments
decide
judgement
i hold
θεωρεί
i think
i believe
i consider
i see
i regard
find
feel
i deem
i assume
i view
θεωρούν
i think
i believe
i consider
i see
i regard
find
feel
i deem
i assume
i view
ως
as a

Examples of using Deeming in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Sputnikmusic were somewhat more positive about the release, deeming the album“a change for Iron Maiden,
Η Sputnikmusic ήταν λίγο πιο θετική για την κυκλοφορία, θεωρώντας το άλμπουμ"μία αλλαγή για τους Iron Maiden,
Syriza is still hoping that German Chancellor Angela Merkel can defuse the crisis, deeming her a“real ally”,
Ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμη ελπίζει πως η γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ μπορεί να εκτονώσει την κρίση, βλέποντάς τη ως«πραγματική σύμμαχο»,
moved tanning beds and other sources of ultraviolet radiation into the top cancer risk category, deeming them as deadly as arsenic and mustar… d gas.
άλλων συναφών πηγών εκπομπής υπεριώδους ακτινοβολίας και τις τοποθέτησαν στην κορυφαία κατηγορία κινδύνου πρόκλησης καρκίνου, θεωρώντας τες τόσο θανατηφόρες όσο το δηλητήριο αρσενικό και το αέριο μουστάρδας.
management abilities are clearly linked with 39% of managers in low performing businesses deeming their line managers to be effective,
απόδοσης ενός οργανισμού και των δεξιοτήτων διοίκησης- μόλις το 39% των managers σε επιχειρήσεις με χαμηλές επιδόσεις θεωρούν ότι οι line managers είναι αποτελεσματικοί,
other sources of ultraviolet radiation into the top cancer risk category, deeming them as deadly as arsenic and mustard gas.
άλλες πηγές υπεριώδους ακτινοβολίας στην κορυφαία κατηγορία κινδύνου του καρκίνου, θεωρώντας τα ως θανάσιμα όπως το αρσενικό και το αέριο μουστάρδας».
Iraq or Afghanistan, deeming them"economic migrants".
Αφγανική υπηκοότητά τους, θεωρώντας τους«οικονομικούς μετανάστες».
saying authorities rejected all suggested locations in the city by deeming the LGBT community"societally objectionable".
οι αρχές απέρριψαν όλες τις προτεινόμενες τοποθεσίες στην πόλη, θεωρώντας την κοινότητα των ΛΟΑΤ ατόμων“κοινωνικά απαράδεκτη”.
great reviews about these products, deeming them as the kind of solution that people were looking for.
μεγάλης σχόλια σχετικά με τα προϊόντα αυτά, θεωρώντας τους ως είδους λύση ότι οι άνθρωποι έψαχναν για.
The top court stated that only India's government could change the law, deeming the Delhi High Court had overstepped its powers with the decision four years ago.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας έκρινε ότι μόνο η κυβέρνηση μπορεί να αλλάξει τον σχετικό νόμο κι αποφάνθηκε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της πρωτεύουσας υπερέβη τις εξουσίες του με την έκδοση της σχετικής απόφασης πριν από τέσσερα χρόνια.
impaled as Ottoman forces preferred, deeming them bandits- even if they degrade their own institutions in the process.
όπως προτιμούσαν οι Οθωμανοί, που τους θεωρούσαν ληστές- ακόμη και ευτελίζοντας τους δικούς τους θεσμούς με αυτή τη συμπεριφορά τους.
Rather than deeming this stage of work to be that of salvation,
Αντί να θεωρείται αυτό το στάδιο έργου ως έργο της σωτηρίας,
rather than deeming them incomprehensible, we will be given pause by how clearly they feed off military occupation, internment and bombing.
όπως οι επιθέσεις στο Παρίσι, τότε, αντί να τις θεωρούμε ακατανόητες, θα καταλάβουμε με σαφήνεια ότι τροφοδοτούνται από τη στρατιωτική κατοχή, τις φυλακίσεις και τους βομβαρδισμούς.
to take an uncritical attitude to the PYD-PKK, deeming authoritarian practices
να υιοθετήσουμε μια άκριτη στάση απέναντι στο PYD-ΡΚΚ, θεωρώντας δευτερεύουσες τις αυταρχικές πρακτικές
pledged to put an end to“violence” deeming all these years of his claim of“liberation” as violence
υποσχέθηκε να θέσει τέρμα στη«βία» που θεωρεί όλα αυτά τα χρόνια αναγκαία για την«απελευθέρωση»,
By not deeming such declarations(and other acts of the micronation)
Με το να μην θεωρούν αρκετά σημαντικές αυτές τις αξιώσεις ή άλλες πράξεις των μικροεθνών
(2) Is the fact of deeming a hotel room to be a strictly domestic location, so that communication by means of television sets to which is fed a signal previously received by the hotel
Αντιβαίνει η ερμηνεία ότι το δωμάτιο ξενοδοχείου αποτελεί αμιγώς ιδιωτικό χώρο, ώστε να μη θεωρείται πλέον ως παρουσίαση στο κοινό η παρουσίαση που πραγματοποιείται μέσω συσκευών τηλεοράσεως διά των οποίων αναμεταδίδεται το τηλεοπτικό σήμα που λαμβάνει προηγουμένως το ξενοδοχείο,
Besides the major problem of deeming Turkey a safe third country,
Εκτός από το μείζον πρόβλημα της αναγνώρισης της Τουρκίας ως ασφαλούς τρίτης χώρας,
It's the Senate that deems me worthy.
Αν η Γερουσία κρίνει ότι μου αξίζει.
Comments deemed to be spam
Σχόλια που κρίνονται να είναι spam
The teacher will reject anyone whose attitude or personality is deemed as unworthy.
Ο δάσκαλος θα απορρίψει όποιον κρίνει ότι η συμπεριφορά ή η προσωπικότητά του είναι ανάξια.
Results: 63, Time: 0.0816

Top dictionary queries

English - Greek