DEVELOPING EFFECTIVE in Greek translation

[di'veləpiŋ i'fektiv]
[di'veləpiŋ i'fektiv]
αναπτύσσοντας αποτελεσματικές
ανάπτυξη αποτελεσματικού
αναπτύσσοντας αποτελεσματικά

Examples of using Developing effective in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Developing effective treatments rooted in a more thorough understanding of this complex disease is one of the most daunting challenges facing modern medicine and the global healthcare infrastructure.
Η ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών που βασίζονται σε μια πληρέστερη κατανόηση αυτής της πολύπλοκης νόσου είναι μία από τις πιο δύσκολες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σύγχρονη ιατρική.
Developing effective early warning and coordination systems can
Η ανάπτυξη αποτελεσματικών συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης σώζει ζωές
Developing effective early warning and alert systems save lives
Η ανάπτυξη αποτελεσματικών συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης σώζει ζωές
creative strategies behind developing effective campaigns, whether it may be for a new product
τις δημιουργικές στρατηγικές πίσω από την ανάπτυξη αποτελεσματικών εκστρατειών, είτε πρόκειται για ένα νέο προϊόν
Understanding the sources of overconfidence and developing effective techniques to improve calibration- knowledge about accuracy- has been the subject of a great deal of research.
Η κατανόηση των πηγών της υπέρμετρης αυτοπεποίθησης και η ανάπτυξη αποτελεσματικών τεχνικών για τη βελτίωση της ρύθμισής της- η γνώση της συνολικής ορθότητας- αποτέλεσε αντικείμενο πολλών ερευνών.
With buildings accounting for 40% of the total primary energy requirements in EU, developing effective energy alternatives for buildings is imperative.
Αυτά και σε συνδυασμό με το ότι, τα κτίρια ευθύνονται για το 40% των συνολικών αναγκών πρωτογενούς ενέργειας στην Ε.Ε., καθιστούν επιτακτική την ανάπτυξη αποτελεσματικών εναλλακτικών ενεργειακών λύσεων για τα κτίρια.
as well as a tool for developing effective leadership skills.
ως ένα εργαλείο για την ανάπτυξη αποτελεσματικών ηγετικών ικανοτήτων.
focusing on their needs while producing new ideas, developing effective strategies and designing high quality
εστιάζοντας στις ανάγκες τους, δημιουργώντας νέες ιδέες, αναπτύσσοντας αποτελεσματικές στρατηγικές και σχεδιάζοντας υψηλής ποιότητας
Apart from developing effective out-of-court frameworks, the Greek authorities
Πέρα από την ανάπτυξη αποτελεσματικού εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών,
Maintaining and developing effective competition by preventing through ex ante
Διατήρηση και ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού, με την αποτροπή, μέσω μέτρων εκ των προτέρων
the end of 1990, as part of its role under the Treaties in maintaining and developing effective competition within the common market.
στο πλαίσιο του ρόλου που της έχει ανατεθεί από τις συνθήκες για τη διατήρηση και την ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς.
Held two days, panel sessions include discussions on developing effective policies, encouraging investments in the postal sector, regulating in the age of digital innovation,
Οι διήμερες συνεδριάσεις των επιτροπών περιλαμβάνουν συζητήσεις για την ανάπτυξη αποτελεσματικών πολιτικών, την ενθάρρυνση των επενδύσεων στον ταχυδρομικό τομέα που ρυθμίζονται στην εποχή της ψηφιακής καινοτομίας
valuable for improving risk stratification and developing effective interventions for the primary prevention of GDM.".
πολύτιμη για τη βελτίωση της διαστρωμάτωσης του κινδύνου και την ανάπτυξη αποτελεσματικών παρεμβάσεων για την πρωτογενή πρόληψη του διαβήτη κύησης».
including by developing effective measures to tackle carbon leakage in a WTO compatible way”.
μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη αποτελεσματικών μέτρων για την αντιμετώπιση της διαρροής άνθρακα κατά τρόπο σύμφωνο προς τον ΠΟΕ».
sampling in financial auditing, developing effective working relationships between SAIs
η δειγματοληψία στον δημοσιονομικό έλεγχο, η ανάπτυξη αποτελεσματικών σχέσεων συνεργασίας μεταξύ των ΑΟΕ
including raising awareness of the condition and developing effective treatments.
μεταξύ των οποίων η ευαισθητοποίηση του κόσμου για την πάθηση και η ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών.
enhancing the accuracy of the business models and developing effective and friendly guidelines of best practices to replicate
την ενίσχυση της ακρίβειας των επιχειρηματικών μοντέλων και την ανάπτυξη αποτελεσματικών και φιλικών κατευθυντήριων οδηγιών βέλτιστων πρακτικών για την αναπαραγωγή
provided with basic key points for developing effective practices and for ensuring the achievement of meaningful learning outcomes.
ταυτόχρονα τους υποδεικνύονται σημεία-κλειδιά για την ανάπτυξη αποτελεσματικών πρακτικών και την εξασφάλιση της απόκτησης ουσιαστικών γνώσεων.
as well as developing effective laws and regulations for intangible capital,
καθώς και την ανάπτυξη αποτελεσματικών νόμων και ρυθμίσεων για το άυλο κεφάλαιο,
The Computer science programme gives you a broad knowledge of information technology focussed on algorithmic techniques which form the basis for developing effective and secure modern software solutions.
Το επιστημονικό πρόγραμμα του υπολογιστή σας δίνει μια ευρεία γνώση της τεχνολογίας των πληροφοριών επικεντρώθηκε στην αλγοριθμικών τεχνικών που αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη αποτελεσματικών και ασφαλών σύγχρονων λογισμικών λύσεων.
Results: 105, Time: 0.0368

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek