DISCURSIVE in Greek translation

[di'sk3ːsiv]
[di'sk3ːsiv]
λόγου
reason
why
word
ratio
speech
discourse
ground
logos
διαλογικού
interactive
dialogical
συμπερασματική
conclusive
discursive
concluding
deductive
λογοθετικού
αμετροεπείς
παρεκβατικής
discursive
διαλογικής
interactive
dialogical
παρεκβατικούς
παρεκβατικός
discursive

Examples of using Discursive in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
But I always ask under what conditions, under what discursive and institutional conditions, do certain biological differences-
Αλλά πάντα ρωτάω υπό ποιες προϋποθέσεις, υπό ποιες συνθήκες λόγου και θέσμισης, γίνονται οι συγκεκριμένες βιολογικές διαφορές-
At the heart of colonial empires, antislavery societies functioned as a countercultural public program to develop epistemological, discursive, political, and poetic-imagination alternatives to the colonial regime.
Λειτουργώντας στο φόντο των εξεγέρσεων των σκλάβων μέσα στις αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες, οι εταιρείες λειτουργούσαν ως ένα δημόσιο πρόγραμμα αντικουλτούρας για την ανάπτυξη ενός επιστημολογικού, διαλογικού, πολιτικού και ποιητικού-φαντασιακού συστήματος ως εναλλακτικής επιλογής προς το αποικιοκρατικό σύστημα.
The historical result was the suture of a new discursive totality that, exceeding the segments,
Το ιστορικό αποτέλεσμα, ήταν η συρραφή μιας νέας ολότητας του λόγου που, υπερβαίνοντας τα υπάρχοντα πλαίσια,
an extension of their discursive and strategic reach.
σαν επέκταση της παρεκβατικής και στρατηγικής τους απεύθυνσης/επίρρειας.
on the other hand, began as a collective that deployed the text more as a discursive and politicizing medium in manifestos
ξεκίνησε ως μια συλλογικότητα που χρησιμοποιούσε το κείμενο περισσότερο ως μέσο λόγου και πολιτικοποίησης σε μανιφέστα
adding that the judicial, discursive and social transformation of Turkey-- although still deficient-- paved the way for his return.
επιστροφή του Μπουρκάι ως"ασήμαντη για τον Μπουρκάι, τεράστιας σημασίας όμως για την Τουρκία", προσθέτοντας ότι ο δικαστικός, παρεκβατικός και κοινωνικός μετασχηματισμός της Τουρκίας-- αν και ακόμα ανεπαρκής-- άνοιξε το δρόμο της επιστροφής του.
movements not only to discourse but to discursive practices constructing‘the people' by employing an equivalential articulatory logic.
τα κινήματα όχι απλώς προς τον λόγο, αλλά προς τις πρακτικές του λόγου[discursive practices] που κατασκευάζουν κάθε φορά τον«λαό» κινητοποιώντας μια συναρθρωτική λογική ισοδυναμιών.
mental pictures, and discursive ideas based on sense perception,
ψυχικές προβολές και ιδέες λόγου που βασίζονται στην αισθησιακή αντίληψη,
By placing emphasis on the formal aspect of discursive articulations, this novel interdisciplinary approach promises to bridge a crippling theory/analysis divide,
Εστιάζοντας στη μορφική διάσταση των συναρθρώσεων του λόγου, η νέα διεπιστημονική προσέγγιση επιτρέπει τη γεφύρωση ενός παραλυτικού χάσματος θεωρίας/ανάλυσης,
as a pragmatics of the relation between the discursive and the existential[in Guattari's terminology,
της σχέσης μεταξύ λογοθετικού και υπαρξιακού[σύμφωνα με την ορολογία του Guattari,
rather because a common discursive space(or whatever one wants to call it)
ένας κοινός χώρος λόγου(ή ας τον αποκαλεί όπως θέλει κανείς)
The second discursive approach to the tragedy inscribed it into a narrative that became pronounced during the 2013 anti-governmental protests in Bulgaria against the then ruling coalition between the Bulgarian Socialist Party(BSP)
Η δεύτερη λογοθετική προσέγγιση της τραγωδίας την ενέγραφε σε ένα αφήγημα το οποίο συναρθρώθηκε κατά τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του 2013 ενάντια στον τότε κυβερνώντα συνασπισμό του Βουλγαρικού Σοσιαλιστικού Κόμματος(ΒΣΚ) και του Κινήματος για τα Δικαιώματα
While in favor of a discursive revolution as an integral part of a political struggle,
Αν και υποστηρίζει τη λογοθετική επανάσταση ως αναπόσπαστο μέρος κάθε πολιτικού αγώνα,
Discursive and ideological systems”.
Γλωσικοί και ιδεολογικοί κώδικες.".
What is discursive?
Τι είναι αυτό;"Πλατειάζω";?
Discursive pressures they exert.
Ακουστική πίεση, που αυτές ασκούν.
Of bodily and discursive violence.
Της σωματικής και λογοκρατικής βίας.
Its radicalism was primarily discursive.
Ο ριζοσπαστισμός της ήταν κυρίως λεκτικός.
During the meal he was affable and discursive.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος ήταν ευδιάθετος και στοργικός.
No need to judge or engage in discursive thinking.
Δεν χρειάζεται να κρίνουμε ή να συμμετέχουμε σε διαλογιστική σκέψη.
Results: 242, Time: 0.0706

Top dictionary queries

English - Greek