HAD FINALLY in Greek translation

[hæd 'fainəli]
[hæd 'fainəli]
είχε επιτέλους
i finally have
i finally got
είχε τελικά
i finally have
i finally got
είχαν τελικά
i finally have
i finally got
είχε τελικώς
i finally have
i finally got
είχαν επιτέλους
i finally have
i finally got
είχε πια
longer have
i have now
no longer

Examples of using Had finally in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
A donor cartilage had finally been found.
Επιτέλους, είχε βρεθεί δότης.
A terrible war had finally ended.
Αυτός ο φρικτός πόλεμος είχε, επιτέλους, τελειώσει.
When you showed up, I knew the right time had finally arrived.
Κι όταν εμφανίστηκες, ήξερα ότι επιτέλους είχε φτάσει η κατάλληλη στιγμή.
Elliot had finally opened her heart,
Η Έλλιοτ είχε επιτέλους ανοίξει την καρδιά της,
our team had finally developed special recipes for making ba-wan with machines.
η ομάδα μας είχε τελικά αναπτύξει ειδικές συνταγές για την κατασκευή ba-wan με μηχανές.
what Ana had finally attained and what I also asked for.
αυτό που η Άννα είχε επιτέλους κερδίσει κι αυτό που κι εγώ, επίσης, διεκδικούσα.
One year earlier, Pepin had finally defeated Waifer,
Πριν ένα χρόνο ο Πιπίνος είχε τελικά νικήσει τον Ουάιφερ,
Conrad had finally finished his sophomore effort.
ο Κόνραντ είχε επιτέλους τελειώσει τη δεύτερη προσπάθειά του.
Metallica had finally“made it”,
Metallica είχαν τελικά«έκανε», και φαίνεται
This dog had finally mastered the art of walking on his hind legs.
Αυτό το σκυλί είχε τελικά κυριαρχήσει την τέχνη του με τα πόδια στα πίσω πόδια του.
Though she didn't know it at the time, Susan's luck… had finally started to change.
Αν και δεν το ήξερε η τύχη της Σούζαν είχε επιτέλους αρχίζει ν' αλλάζει.
By around 1943, Sergei's relationship with the younger writer Mira Mendelson(1915- 1968) had finally led to his separation from his wife Lina, although they never divorced.
Μέχρι εκείνη την στιγμή η σχέση του με την Μίρα Μέντελσον(1915-1968) είχε τελικώς οδηγήσει στον χωρισμό του με την σύζυγό του, Λίνα, παρόλο που ποτέ δεν χώρισαν επίσημα.
Metallica had finally"made it",
Metallica είχαν τελικά«έκανε», και φαίνεται
One year before, Pepin had finally defeated Waifer,
Πριν ένα χρόνο ο Πιπίνος είχε τελικά νικήσει τον Ουάιφερ,
There were just the footsteps of a man who had finally punished those who had betrayed him.
Ακούγονταν μόνο τα βήματα ενός άντρα… που είχε επιτέλους τιμωρήσει όλους όσους τον είχαν προδώσει.
The notions within me had finally been dispelled, and I joyfully accepted Almighty God's work of the last days,
Οι αντιλήψεις μέσα μου είχαν επιτέλους διαλυθεί, και αποδέχθηκα με χαρά το έργο του Παντοδύναμου Θεού τις έσχατες ημέρες,
By now, his relationship with the 25-year-old writer and librettist Mira Mendelssohn(1915-1968) had finally led to his separation from his wife Lina,
Μέχρι εκείνη την στιγμή η σχέση του με την Μίρα Μέντελσον(1915-1968) είχε τελικώς οδηγήσει στον χωρισμό του με την σύζυγό του,
Specialists at the hospital in London knew from the results they were getting that the bugs had finally won.
Οι ειδικοί στο νοσοκομείο του Λονδίνου γνώριζαν από τα αποτελέσματα που είχαν πάρει ότι τα μικρόβια είχαν τελικά κερδίσει.
He was a mad scientist who had finally lost the last of his widely scattered marbles.
Ήταν ένας τρελός επιστήμονας ο οποίος είχε τελικά έχασε την τελευταία ευρέως διάσπαρτα μάρμαρα του.
the eurozone leaders had finally struck a deal.
οι ηγέτες της ευρωζώνης είχαν τελικά αγγίξει μια συμφωνία.
Results: 108, Time: 0.0452

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek