HAD KNOWLEDGE in Greek translation

[hæd 'nɒlidʒ]
[hæd 'nɒlidʒ]
είχε γνώση
i have knowledge
είχαν γνώση
i have knowledge
έχει γνώση
i have knowledge

Examples of using Had knowledge in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
unbelievers who had knowledge of and an intellectual acceptance of the facts of Christ,
απίστους που είχαν γνώση και διανοητική αποδοχή των γεγονότων περί Χριστού
it could very well be that the Crown Prince had knowledge of this tragic event- maybe he did
αξιολογούν όλες τις πληροφορίες, και είναι κοντά στο να επιβεβαιώσουν ότι ο Πρίγκιπας είχε γνώση αυτού του τραγικού γεγονότος- ίσως το έκανε
I could add that what is even worse is that most citizens, among those who had knowledge and could speak, remained inactive in this slanderous campaign,
Θα μπορούσα δε να προσθέσω ότι το ακόμη χειρότερο είναι ότι οι περισσότεροι πολίτες, από όσους είχαν γνώση και λόγο, παρέμειναν αδρανείς σε αυτή την συκοφαντική εκστρατεία,
it could very well be that the Crown Prince had knowledge of this tragic event- maybe he did
μπορεί να προκύψει πολύ καλά ότι ο πρίγπηπας είχε γνώση αυτού του τραγικού γεγονότος- μπορεί να είχε
And the king said to the wise men, who had knowledge of the times, for this was the king's way with all who were expert in law and in the giving of decisions.
Και είπε ο βασιλιάς στους σοφούς+ που είχαν γνώση για τους καιρούς+ γιατί με αυτόν τον τρόπο παρουσιαζόταν το ζήτημα του βασιλιά ενώπιον όλων εκείνων που ήταν ειδήμονες στο νόμο και στις δικαστικές υποθέσεις.
unless the company proves that the third parties had knowledge of the version which was the subject of the compulsory disclosure.
εκτός εάν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι είχαν γνώση της έκδοσης που ήταν αντικείμενο της υποχρεωτικής δημοσιοποίησης.".
unless they prove that the third parties had knowledge thereof.
μπορεί να αποδειχθεί ότι τα τρίτα μέρη είχαν γνώση των εν λόγω πληροφοριών.
However, many of the defendants had ties to military personnel where they may have worked on military bases as civilians or had knowledge of accessing the eBenefits website used by the Department of Veterans Affairs and Defense Department.
Ωστόσο, πολλοί από τους κατηγορούμενους είχαν δεσμούς με το στρατιωτικό προσωπικό, όπου μπορεί να έχουν εργαστεί σε στρατιωτικές βάσεις ως πολίτες ή είχαν γνώση πρόσβασης στο δικτυακό τόπο eBenefits που χρησιμοποιείται από το Τμήμα Βετεράνων Υποθέσεων και Άμυνας.
current employees at Harvey Weinstein's companies told the magazine“they witnessed or had knowledge of unwanted advances
νυν εργαζόμενες στις εταιρείες του Γουέινσταϊν δήλωσαν στο περιοδικό πως«είτε ήταν μάρτυρες είτε είχαν γνώση ανεπιθύμητων σεξουαλικών ενεργειών
whether it turns out that other executives had knowledge of Ghosn's misconduct,
αποκαλυφθεί ότι και άλλα στελέχη είχαν γνώση των παρατυπιών του Ghosn
For example, if you wanted to find someone who had knowledge about Key Performance Indicators(KPIs)
Για παράδειγμα, εάν θέλετε να βρείτε κάποιον που έχει γνώση επάνω στους Βασικούς δείκτες απόδοσης(KPI)
liability would only be assumed if the author had knowledge of content and if it was technically possible
περιπτώσεις τεθεί σε ισχύ, στο οποίο ο συντάκτης του περιεχομένου έχει γνώση και θα είναι τεχνικά δυνατό
by which the author had knowledge of the contents and it was technically
στο οποίο ο συντάκτης του περιεχομένου έχει γνώση και θα είναι τεχνικά δυνατό
a liability obligation would only come into force in the event that the author had knowledge of the contents and it were technically possible
η ευθύνη θα ισχύουν μόνο σε περιπτώσεις τεθεί σε ισχύ, στο οποίο ο συντάκτης του περιεχομένου έχει γνώση και θα είναι τεχνικά δυνατό
So if someone has knowledge, they're from above.
Εάν κάποιος έχει γνώση, αυτός έρχεται από ψηλά.
And that Allah has knowledge of all things.".
Και ότι ο Αλλάχ έχει γνώση όλων των πραγμάτων».
Someone who's worked on these homes would have knowledge of the layout.
Κάποιος που έχει δουλέψει σ' αυτά τα σπίτια θα είχε γνώση της διάταξης.
If one has knowledge, his is from above.
Εάν κάποιος έχει γνώση, αυτός έρχεται από ψηλά.
If one has knowledge, he is| from above.
Εάν κάποιος έχει γνώση, αυτός έρχεται από ψηλά.
A person who has knowledge is called in Islam, Ulama.
Ένα άτομο που έχει γνώση αποκαλείται στο Ισλάμ Ουλάμα.
Results: 46, Time: 0.0399

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek