HYPERACTIVITY in Greek translation

υπερκινητικότητα
hyperactivity
hypermobility
hyperkinesis
hyperkinesia
overactivity
ADHD
hypermotility
υπερδραστηριότητα
hyperactivity
overactivity
overactive
over-activity
hyperactive
overactivation
hyperreactivity
υπερενεργητικότητα
hyperactivity
υπερκινητικότητας
hyperactivity
hypermobility
hyperkinesis
hyperkinesia
overactivity
ADHD
hypermotility
υπερδραστηριότητας
hyperactivity
overactivity
overactive
over-activity
hyperactive
overactivation
hyperreactivity
υπεραντιδραστικότητα
hyperreactivity
hyperresponsiveness
hyperactivity

Examples of using Hyperactivity in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The typical interventions target reducing hyperactivity.
Οι τυπικές παρεμβάσεις στοχεύουν στη μείωση της υπερκινητικότητας.
psychomotor hyperactivity, seizures.
ψυχοκινητική υπερκινητικότητα, επιληπτικές κρίσεις.
liver-Yang hyperactivity of liver-qi.
συκώτι-Yang υπερδραστηριότητα του ήπατος-qi.
ADHD is short for Attention Deficit Hyperactivity disorder.
ΥΣΔΠ είναι συντομογραφία για προσοχή ελλείμματος Υπερκινητικότητα διαταραχή.
Reversible hyperactivity.
Αναστρέψιμη υπερδραστηριότητα.
can cause hyperactivity.
μπορεί να προκαλέσει υπερκινητικότητα.
Coordination Abnormal* Nystagmus Psychomotor hyperactivity disorders.
Συντονισμός μη φυσιολογικός* Nυσταγμός Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα.
Sugar does not cause hyperactivity in children.
Η ζάχαρη δεν προκαλεί υπερκινητικότητα στα παιδιά.
Additional side effects in children and adolescents• hyperactivity.
Πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες σε παιδιά και εφήβους• υπερδραστηριότητα.
Anxiety reactions Psychomotor hyperactivity/ agitation.
Αγχώδεις αντιδράσεις Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα/ ανησυχία.
Psychomotor hyperactivity.
Ψυχοκινητική υπερκινητικότητα.
Adrafinil is a stimulant, but it does not cause hyperactivity.
Το Adrafinil είναι ένα τονωτικό, αλλά δεν προκαλεί την υπερδραστηριότητα.
child hyperactivity, autism, insomnia.
παιδική υπερκινητικότητα, αυτισμός, αϋπνία.
Many social contacts, hyperactivity.
Πολλές κοινωνικές επαφές, υπερδραστηριότητα.
very rarely- hyperactivity.
πολύ σπάνια- υπερκινητικότητα.
Dizziness, psychomotor hyperactivity.
Ζάλη, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα.
other arthropods suffer from hyperactivity.
τα άλλα αρθρόποδα υποφέρουν από υπερκινητικότητα.
psychomotor hyperactivity, dizziness, somnolence.
ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, ζάλη, υπνηλία.
Neurodevelopmental delays, inattention, hyperactivity, and symptoms of autism23.
Νευροαναπτυξιακές καθυστερήσεις, απροσεξία, υπερκινητικότητα και συμπτώματα αυτισμού23.
An additional adverse reaction reported in children was psychomotor hyperactivity.
Μία επιπλέον ανεπιθύμητη αντίδραση που αναφέρθηκε σε παιδιά ήταν η ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα(4,7%).
Results: 807, Time: 0.0567

Top dictionary queries

English - Greek