KEY TOOL in Greek translation

[kiː tuːl]
[kiː tuːl]
κομβικό εργαλείο
βασικού εργαλείου
ένα καίριο εργαλείο
εργαλείο κλειδί

Examples of using Key tool in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Recommendation 4(a)(i) Another key tool in the management of staff resources in delegations is regular workload assessment.
Σύσταση 4 α(i) Ένα άλλο βασικό μέσο διαχείρισης του προσωπικού στις αντιπροσωπείες είναι η τακτική εκτίμηση του φόρτου εργασίας.
A mission statement is a key tool that can be as important as your business plan.
Μία δήλωση αποστολής είναι ένα βασικό εργαλείο που μπορεί να είναι τόσο σημαντικό όσο ένα επιχειρηματικό σχέδιο.
Duhm as the key tool in his work with the Project Meiga
Duhm ως το βασικό εργαλείο της δουλειάς του στο Project Meiga
Promote agroecology as a key tool to reduce food waste
Προώθηση της Αγροοικολογίας ως κομβικό εργαλείο για την μείωση της σπατάλης
The turn towards confronting space as a key tool in the fight against European woes.
Η στροφή προς την αντιμετώπιση του χώρου ως βασικού εργαλείου για την καταπολέμηση των ευρωπαϊκών δεινών.
The United States and the entire world remain controlled by one very key tool of enslavement-- the availability of money.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και ολόκληρος ο κόσμος εξακολουθούν να ελέγχονται από ένα πολύ βασικό εργαλείο υποδούλωσης- τη διαθεσιμότητα των χρημάτων.
The Turin Process aims at reinforcing the role of the Social Charter as the key tool to improve social
Η Διαδικασία του Τορίνο αποσκοπεί στην ενίσχυση του ρόλου του Κοινωνικού Χάρτη ως κομβικό εργαλείο για τη βελτίωση των κοινωνικών
A key tool in ensuring that EAFRD support to NPIs is well spent is monitoring and evaluation.
Βασικά εργαλεία με τα οποία διασφαλίζεται ότι τα κονδύλια για τη στήριξη των μη παραγωγικών επενδύσεων στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ δαπανώνται ορθά είναι η παρακολούθηση και η αξιολόγηση.
In the long term this will be a key tool for dealing with the complexity of the digital universe.
Μακροπρόθεσμα, αυτές οι τεχνολογίες θα αποτελέσουν βασικά εργαλεία για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας της αύξησης των ψηφιακών πληροφοριών.
I share your view that the question of having a strategy for encryption at European level is a key tool in enhancing security in the use of the Internet.
(ΕΝ) Συμμερίζομαι την άποψή σας ότι το ζήτημα ύπαρξης μιας στρατηγικής κρυπτογράφησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ένα καίριο εργαλείο για την αύξηση της ασφάλειας κατά τη χρήση του Διαδικτύου.
GIS are increasingly seen as a key tool in the preparation, delivery
Τα ΓΠΣ, όλο και περισσότερο, θεωρούνται ως ένα βασικό εργαλείο κατά την προετοιμασία, την παράδοση
A mission statement is a key tool that can be as important as your business and marketing plan.
Μία δήλωση αποστολής είναι ένα βασικό εργαλείο που μπορεί να είναι τόσο σημαντικό όσο ένα επιχειρηματικό σχέδιο.
Business Ethics is a key tool for shaping corporate culture,
Επιχειρηματικής Ηθικής είναι ένα βασικό εργαλείο για τη διαμόρφωση της εταιρικής κουλτούρας
the NECP will be a key tool on which to base our national energy policy.
το ΕΣΕΚ θα αποτελέσει ένα βασικό εργαλείο πάνω στο οποίο θα στηθεί η εθνική ενεργειακή πολιτική.
It is a key tool that can be as important as your business plan.
Μία δήλωση αποστολής είναι ένα βασικό εργαλείο που μπορεί να είναι τόσο σημαντικό όσο ένα επιχειρηματικό σχέδιο.
The key tool through which this aim will be met is our common ancestral Indo-European language.
Το βασικό εργαλείο μέσω του οποίου θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι η κοινή μας προγονική ινδοευρωπαϊκή γλώσσα.
They have found that testing is a key tool in flushing out these kinds of problems before going into production.
Βρήκαν ότι η δοκιμή είναι ένα βασικό εργαλείο για την έξαψη από αυτά τα είδη των προβλημάτων πριν πάει στην παραγωγή.
Emissions trading schemes will be a key tool to ensure that developed countries can reach their targets cost-effectively.
Τα συστήματα εμπορίας εκπομπών θα αποτελέσουν βασικό εργαλείο για να εξασφαλιστεί ότι οι ανεπτυγμένες χώρες θα μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους με τον οικονομικότερο δυνατό τρόπο.
The aim of the project is the platform consists a key tool for local residents to cultivate specific herbs according to the survey results.
Στόχος της δράσης είναι η πλατφόρμα να αποτελέσει το βασικό εργαλείο για τους κατοίκους της περιοχής ως προς την καλλιέργεια συγκεκριμένων αρωματικών φυτών σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας.
The F-35 Joint Strike Fighter jet is poised to become a key tool to help Israel stop Iran
Το F-35 Joint Strike Fighter είναι έτοιμο να γίνει ένα βασικό εργαλείο για να βοηθήσει το Ισραήλ να σταματήσει το Ιράν
Results: 229, Time: 0.0404

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek