RECENT INCREASES in Greek translation

['riːsnt 'iŋkriːsiz]
['riːsnt 'iŋkriːsiz]
πρόσφατες αυξήσεις
πρόσφατων αυξήσεων
τελευταίες αυξήσεις

Examples of using Recent increases in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Financial category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Directors considered that front-loading the adjustment with measures to reverse recent increases in public sector wages and poorly targeted transfers would provide a credible signal of
Θεωρεί πως η ενίσχυση της προσαρμογής των δημόσιων οικονομικών με μέτρα για αναστροφή των πρόσφατων αυξήσεων των μισθών του δημόσιου τομέα θα παράσχουν μια αξιόπιστη ένδειξη της δέσμευσης των κυπριακών αρχών στην εξυγίανση μεσοπρόθεσμα
Despite recent increases in stock size
Παρά την πρόσφατη αύξηση του μεγέθους του αποθέματος
The Commission has set out its views concerning the recent increases in food prices in the communication on'Tackling the challenge of rising food prices: Directions for EU action'.
Επιτροπή έχει εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με τις πρόσφατες αυξήσεις στις τιμές τροφίμων στην ανακοίνωσή της για την"Αντιμετώπιση της πρόκλησης από την αύξηση των τιμών των τροφίμων- Κατευθύνσεις για τη δράση της ΕΕ".
They also consider that front-loading the adjustment with measures to reverse recent increases in public sector wages and poorly targeted transfers would provide a credible signal of
Επίσης, θεωρεί πως η ενίσχυση της προσαρμογής των δημόσιων οικονομικών με μέτρα για αναστροφή των πρόσφατων αυξήσεων των μισθών του δημόσιου τομέα θα παράσχουν μια αξιόπιστη ένδειξη της δέσμευσης των κυπριακών αρχών στην εξυγίανση μεσοπρόθεσμα
It should be noted that fossil-fuel lending continues to play a dominant role in the World Bank's overall energy portfolio, despite recent increases in lending for renewable and energy efficiency initiatives.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η δανειοδότηση για έργα με ορυκτά καύσιμα συνεχίσει να παίζει κυρίαρχο ρόλο στο συνολικό ενεργειακό χαρτοφυλάκιο της Παγκόσμιας Τράπεζας, παρά την πρόσφατη αύξηση των δανειοδοτήσεων για πρωτοβουλίες που αφορούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή απόδοση.
With core inflation stabilising at about 2% and recent increases in indirect taxes preventing a faster decline in price pressures, headline HICP1 inflation
Με το δομικό πληθωρισμό να έχει σταθεροποιηθεί περίπου στο 2% και τις πρόσφατες αυξήσεις των έμμεσων φόρων να παρεμποδίζουν την ταχύτερη μείωση των πιέσεων στις τιμές,
was at a high point because of recent increases in electricity bills at a time when the corporation had been caught in a scandal involving the financing of political parties.
κρατικό έλεγχο Εταιρία Ηλεκτρισμού(ENEL) ήταν ιδιαίτερα αρνητικό εξαιτίας πρόσφατων αυξήσεων στους λογαριασμού σε μια περίοδο που η εταιρία είχε αποκαλυφθεί να εμπλέκεται σε σκάνδαλο υπόγειας χρηματοδότησης πολιτικών κομμάτων.
The proposed reforms include measures to cover a $5.3 billion financing gap caused by recent increases in pensions and minimum wages,
Οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνουν μέτρα για την κάλυψη χρηματοοικονομικού χάσματος 5, 3 δις δολαρίων, το οποίο προκλήθηκε από τις πρόσφατες αυξήσεις συντάξεων και ελάχιστων μισθών
mainly on account of the most recent increases in oil prices
λόγω κυρίως των πιο πρόσφατων αυξήσεων των τιμών του πετρελαίου
given the ageing population in Europe and recent increases in retirement ages in some countries.
δεδομένης της γήρανσης του Ευρωπαϊκού πληθυσμού και των πρόσφατων αυξήσεων των ορίων συνταξιοδότησης σε μερικές χώρες.
the employment rate for women(despite recent increases) has only just reached the Community average(54%)
το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών(παρά τις πρόσφατες αυξήσεις) έφτασε μόλις«πον κοινοτικό μέσο όρο(54 %)
Wage growth has remained contained, but recent increases in public wages
Την ίδια ώρα η αύξηση των μισθών παρέμεινε περιορισμένη, αλλά«οι πρόσφατες αυξήσεις των δημόσιων αμοιβών
more processed junk food and fat and there is a well-established link between excessive consumption of this food and recent increases in the prevalence of obesity
λιπαρά και υπάρχει μια καλά τεκμηριωμένη σχέση μεταξύ της υπερβολικής κατανάλωσης αυτού του τύπου των τροφίμων και της πρόσφατης αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας
fat, and there is a well-established link between excessive consumption of this type of food and recent increases in the prevalence of obesity
υπάρχει μια καλά τεκμηριωμένη σχέση μεταξύ της υπερβολικής κατανάλωσης αυτού του τύπου των τροφίμων και της πρόσφατης αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας
The amounts include the recent increase of funds in the AMIF(see paragraph 32).
Τα ποσά περιλαμβάνουν την πρόσφατη αύξηση των κεφαλαίων του ΤΑΜΕ(βλέπε σημείο 32).
But there has been a recent increase in unvaccinated children.
Ωστόσο, παρατηρήθηκε πρόσφατη αύξηση στα μη εμβολιασμένα παιδιά.
This compliments the recent increase in bus trips as part of the summer service.
Αυτό συμπληρώνει την πρόσφατη αύξηση στις εκδρομές λεωφορείων στο πλαίσιο της καλοκαιρινής εξυπηρέτησης.
Please do NOT fear this recent increase in volatility.
Μην σας ανησυχεί η πρόσφατη αύξηση της εγκληματικότητας.
These effects are not to blame for the recent increase in global warming.
Ωστόσο, δεν μπορούν να εξηγήσουν την πρόσφατη αύξηση της θερμοκρασίας.
Given the recent increase in.
Δεδομένης της πρόσφατης αύξησης του.
Results: 69, Time: 0.0378

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek