RULES REGULATING in Greek translation

[ruːlz 'regjʊleitiŋ]
[ruːlz 'regjʊleitiŋ]
κανόνες που ρυθμίζουν
κανόνων που ρυθμίζουν
κανόνες που ρυθµίζουν

Examples of using Rules regulating in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
of conflict between the provisions of this Directive and other Community rules regulating specific aspects of unfair commercial practices,
σε περίπτωση συγκρούσεως των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας«με άλλους[ενωσιακούς] κανόνες που ρυθμίζουν συγκεκριμένες πτυχές αθέμιτων εμπορικών πρακτικών»,
because at national level there are already rules regulating organic production,
υπάρχουν ήδη σε εθνικό επίπεδο κανόνες που ρυθμίζουν τη βιολογική παραγωγή,
The legislative proposals that the Commission adopted will enable better coherence of the rules regulating consumer products identification
Οι νομοθετικές προτάσεις που εξέδωσε σήμερα η Επιτροπή θα καταστήσουν δυνατή την καλύτερη συνεκτικότητα των κανόνων που ρυθμίζουν την ταυτοποίηση και την ιχνηλασιμότητα των καταναλωτικών προϊόντων
ð in particular as regards the rules regulating dispatch and access to the grid.
ιδίως όσον αφορά τους κανόνες που διέπουν την κατανομή και την πρόσβαση στο δίκτυο.
when it comes to adapting the rules regulating the wine sector,
εξετάζεται η προσαρμογή των κανόνων που διέπουν τον κλάδο του οίνου,
by reducing the number of PA staff or amending the rules regulating entitlements18.
μέσω της μείωσης του αριθμού των υπαλλήλων της ΠΑ ή της τροποποίησης των κανόνων που διέπουν τα δικαιώματα18.
In practice, this regulation lays down the rules regulating the content, presentation,
Στην πράξη, ο κανονισμός αυτός καθορίζει τους κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο, την παρουσίαση,
within the body of basic rules regulating the Cohesion Fund
εντός του συνόλου των βασικών κανόνων που διέπουν το Ταμείο Συνοχής
Where no time limits or other rules regulating the timely provision of documents have been established, public sector bodies
Σε περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί χρονικά περιθώρια ή άλλοι κανόνες που να ρυθμίζουν την έγκαιρη παροχή των εγγράφων, οι φορείς του δημόσιου τομέα επεξεργάζονται την αίτηση
Where no time limits or other rules regulating the timely provision of documents have been established, public sector bodies
Σε περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί χρονικά περιθώρια ή άλλοι κανόνες που να ρυθμίζουν την έγκαιρη παροχή των εγγράφων, οι φορείς του δημόσιου τομέα επεξεργάζονται την αίτηση
Where no time limits or other rules regulating the timely provision of documents have been established, public sector bodies
Σε περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί χρονικά περιθώρια ή άλλοι κανόνες που να ρυθμίζουν την έγκαιρη παροχή των εγγράφων, οι φορείς του δημόσιου τομέα επεξεργάζονται την αίτηση
Where no time limits or other rules regulating the timely provision of documents have been established, public sector bodies
Σε περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί χρονικά περιθώρια ή άλλοι κανόνες που να ρυθμίζουν την έγκαιρη παροχή των εγγράφων, οι φορείς του δημόσιου τομέα επεξεργάζονται την αίτηση
The European Parliament approves rules regulating credit rating agencies.
Το Ευρωpiαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει του κανόνε piου ρυθίζουν του οργανισού αξιολόγηση piιστοληpiτική ικανότητα.
There are no particular rules regulating post-divorce relations.
Δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις μετά το διαζύγιο.
The Clearing and Settlement Mechanism is a set of rules regulating how trade is being conducted.
Ο μηχανισμός εκκαθάρισης και διακανονισμού είναι ένα σύνολο κανόνων που ρυθμίζουν τον τρόπο διεξαγωγής του εμπορίου.
there are currently no multilateral rules regulating this type of trade.
δεν υπάρχουν ειδικοί πολυμερείς κανόνες στον ΠΟΕ που να ρυθμίζουν αυτού του είδους τις συναλλαγές.
Adherence to the Code of Conduct is without prejudice to national legislation or rules regulating individual professions.
Η υιοθέτηση του κώδικα ισχύει με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας και των κανόνων που διέπουν την άσκηση επιμέρους επαγγελμάτων.
Most individuals affected by rules regulating operation of the resource can participate in modifying those rules..
Τα άτομα που επηρεάζονται από τους κανονισμούς διαχείρισης των πόρων, μπορούν να συμμετέχουν στην τροποποίησή τους.
Most European countries have recently established specific aviation safety and operation rules regulating the use of drones in their national airspace.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν θεσπίσει πρόσφατα ειδικούς κανόνες ασφάλειας και λειτουργίας στον τομέα της αεροπορίας που ρυθμίζουν τη χρήση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών στον εθνικό τους εναέριο χώρο.
In December 2001 the Government adopted rules regulating the issuance, replacement
Τον Δεκέμβριο του 2001, η κυβέρνηση ενέκρινε τους νέους κανόνες για την έκδοση, την αντικατάσταση
Results: 1075, Time: 0.0419

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek