AVERAGE LEVEL in Greek translation

['ævəridʒ 'levl]
['ævəridʒ 'levl]
µέσο επίπεδο
average level
μέση στάθμη
average level
μέσος βαθμός
average grade
average degree
average score
average level
επίπεδο του μέσου όρου
μέσο επίπεδό

Examples of using Average level in English and their translations into Greek

{-}
  • Financial category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
thrice its average level here on Earth.
τρεις φορές περισσότερο από το μέσο επίπεδό του στη Γη.
The methodology gives an overall average level of short-term interest rates of 0.9% for 2010
Σύµφωνα µε τη µεθοδολογία, το µέσο επίπεδο των ßραχυπρόθεσµων επιτοκίων συνολικά εκτιµάται σε 0,9% για το 2010
which corresponds to the average level, is approximately 15,500 acres
που αντιστοιχεί στη μέση στάθμη της, είναι περίπου 15.5 στρέμματα
In 2003, the average level of emissions was constrained at 165 gr/km,
Επιπλέον, το 2003 επιτεύχθηκε η μείωση του μέσου επιπέδου εκπομπών στα 165 gr/km,
The market expectations for euro area tenyear nominal government bond yields imply an average level of 3.9% in 2010, increasing to 4.2% in 2011.
Οι προσδοκίες της αγοράς για τις ονοµαστικές αποδόσεις των 10ετών οµολόγων του ∆ηµοσίου στη ζώνη του ευρώ υποδηλώνουν µέσο επίπεδο 3,9% το 2010, αυξανόµενο σε 4,2% το 2011.
Its capabilities at best will be sufficient only for solving problems of an average level of complexity.
Οι ικανότητές του στην καλύτερη περίπτωση θα αρκούν μόνο για την επίλυση προβλημάτων μέσου επιπέδου πολυπλοκότητας.
The market expectations for euro area tenyear nominal government bond yields imply an average level of 4.0% in 2010 and 4.5% in 2011.
Οι προσδοκίες της αγοράς για τις ονοµαστικές αποδόσεις των 10ετών οµολόγων του ∆ηµοσίου στη ζώνη του ευρώ υποδηλώνουν µέσο επίπεδο 4,0% για το 2010 και 4,5% για το 2011.
were still significantly below the average level of 2012.
παρέμειναν σημαντικά χαμηλότερα του μέσου επιπέδου του 2012.
society lower in position, but higher in morality, raising thereby the average level of Christian consciousness in men.
υψηλότερη σε ηθική υψώνοντας ως εκ τούτου του γεγονότος εκεί πλησίον την γραμμή του μέσου επιπέδου της Χριστιανικής συνείδησης στους ανθρώπους.
Emissions will be capped at 100 percent of the average level for the years 2004-2006.
Ως οροφή για τις εκπομπές θα τεθεί το 100% του μέσου επιπέδου για το χρονικό διάστημα 2004-2006.
At present, although the level of coffee robot production has reached 80% of the barista's average level, the partner does not think it can really replace the barista.
Προς το παρόν, αν και το επίπεδο ρομποτικής παραγωγής καφέ έχει φτάσει το 80% του μέσου επιπέδου του barista, ο συνεργάτης δεν πιστεύει ότι μπορεί πραγματικά να αντικαταστήσει τον barista.
Willis therefore welcomed the continued decrease in average level of release calls from 10% of total annual premium in 2012 to around 6.8% of total annual premium today.
Στο πλαίσιο αυτό, καλωσορίζει την μείωση στα μέσα επίπεδα των release calls από 10% των συνολικών ετήσιων ασφάλιστρων το 2012 στο 6,8% περίπου σήμερα.
In 1960, their average level of income per head(in terms of PPS) was 26% of
Από άποψη κατά κεφαλήν εισοδήματος, προσαρμοσμένου σε ισοδύναμα αγοραστικής δύναμης, το μέσο επίπεδο τους βρισκόταν στο 26% εκείνου της Ένωσης το 1960,
Figure 15 shows the 3-year average level of reported breaches for three key cross-compliance standards that can be monitored remotely.
Στο γράφημα 15 παρουσιάζεται το μέσο επίπεδο τριών ετών των παραβιάσεων που διαπιστώθηκαν για τρία βασικά πρότυπα πολλαπλής συμμόρφωσης που μπορούν να αποτελούν αντικείμενο εξ αποστάσεως παρακολούθησης.
Benchmark: The EU average level of participation in lifelong learning should at least reach 12.5% of the working age population(25-64 age group).
Στόχος αναφοράς 2010/2020: Το μέσο επίπεδο στην ΕΕ της συμμετοχής στη διά βίου μάθηση των ατόμων εργάσιμης ηλικίας θα πρέπει να ανέλθει τουλάχιστον σε 12,5% το 2010 και 15% το 2020.
The EU average level of participation in lifelong learning should reach at least 12.5% of the working age population(25-64).
Εως το 2010, το μέσο επίπεδο συμμετοχής στη διά βίου μάθηση στην ΕΕ θα πρέπει να είναι τουλάχιστον το 12,5% του ενήλικου πληθυσμού σε ηλικία εργασίας(ηλικιακή ομάδα 25-64 ετών).
During the journeys where the driver did not smoke, the average level was 7.4µg/m3.
Ο μέσος όρος των επιπέδων κατά την διάρκεια των 34 ταξιδιών που δεν κάπνιζαν ήταν 7.4μg/m3.
However, this is not easy to do because the average level of radionuclide bio-accumulation differs in each region owing to differences in soils, agricultural techniques, etc.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι εύκολο να γίνει γιατί ο μέσος όρος των επιπέδων των βιο-συσσωρευμένων ραδιοϊσοτόπων διαφέρει σε κάθε περιοχή λόγω της διαφορετικότητας του χώματος, των γεωργικών τεχνικών, κτλ.
Once a year, the infrastructure manager publishes the annual average level of performance which are received railway undertakings with regard to the main parameters arrested in the performance improvement system.
Μία φορά το χρόνο, ο διαχειριστής υποδομής δημοσιεύει το ετήσιο μέσο επίπεδο των επιδόσεων των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων βάσει των κύριων παραμέτρων που έχουν συμφωνηθεί στο μηχανισμό επιδόσεων.
RCM to a supposed average level in French winegrowing regions(Ecu/hi).
ΣΓ και ΑΣΓ σε ένα μέσο επίπεδο στις αμπελουργικές περιοχές της Γαλλίας(Ecu/εκατόλιτρο).
Results: 272, Time: 0.0493

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek