CAN INVOKE in Greek translation

[kæn in'vəʊk]
[kæn in'vəʊk]
µπορεί να επικαλεσθεί
μπορούν να επικαλούνται
δύναται να επικαλεστεί

Examples of using Can invoke in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The insurer can invoke this suspension against an injured third party after the lapse of sixteen(16)
Ο ασφαλιστής µπορεί να επικαλεσθεί την αναστολή αυτή έναντι του ζηµιωθέντος τρίτου µετά την έκδοση της πρόσθετης πράξης
An individual can invoke a right to constitutional protection when he
Μία ιδιώτης-άτομο μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα της συνταγματικής προστασίας,
The insurer can invoke the termination of insurance contract against an injured third party after a lapse of sixteen(16)
Ο ασφαλιστής µπορεί να επικαλεσθεί τη λύση της ασφαλιστικής σύµβασης έναντι του ζηµιωθέντος τρίτου, µετά την πάροδο δεκαέξι(16)
the other spouse can invoke the invalidity of the legal act(see Art. 1:89 BW)
ο άλλος σύζυγος δύναται να επικαλεστεί την ακυρότητα της δικαιοπραξίας(βλ. άρθρο 1:89 BW)
In Obergefell the Court held that“an individual can invoke a right to constitutional protection when he or she is harmed, even if the broader public disagrees
Μία ιδιώτης-άτομο μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα της συνταγματικής προστασίας, όταν αυτή υφίσταται ζημία, ακόμη και αν το ευρύτερο δημόσιο-κοινωνία διαφωνεί ακόμη
In this case the insurer can invoke, against an injured third party,
Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής µπορεί να επικαλεσθεί τη λήξη της ασφαλιστικής σύµβασης έναντι του ζηµιωθέντος τρίτου,
Any neophyte can invoke the Master Samael in the Internal Worlds using the techniques that he gave in many of his books,
Κάθε αρχάριος μπορεί να επικαλεστεί τον Δάσκαλο Σαμαέλ στους Εσωτερικούς Κόσμους χρησιμοποιώντας τις τεχνικές που έδωσε σε πολλά από τα βιβλία του,
In a case of serious necessity one can invoke these four saints by offering to each of them their correspondent smudge offering,
Σε μια περίπτωση σοβαρής ανάγκης μπορούν να επικαλεστούν αυτοί οι τέσσερις άγιοι, προσφέροντας τα αντιστοιχούντα λιβανίσματα στον καθέναν τους
for the recipient of services, who can invoke that freedom only if he does not intend to establish himself definitively in the host country.
κατά μείζονα λόγο, και για τον αποδέκτη των υπηρεσιών, ο οποίος μπορεί να επικαλεστεί την ελευθερία αυτή μόνον εφόσον δεν επιθυμεί να εγκατασταθεί οριστικώς στη χώρα υποδοχής(21).
In a case of serious necessity one can invoke these four saints by offering to each of them their correspondent smudge offering,
Σε περίπτωση σοβαρής ανάγκης, μπορεί να επικαλεσθεί κάποιος τους 4 Αγίους αυτούς προσφέροντας στον καθένα τα αντίστοιχα θυμιάματα,
as well as wardens of National Parks(such as the wardens for the National Marine Park of Zakynthos) can invoke a strong emotional response.
καθώς και οι φύλακες των εθνικών πάρκων(όπως οι φύλακες του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου) μπορούν να επικαλεστούν μια ισχυρή συναισθηματική αντίδραση.
unless the transferee can invoke Article 78 of the Property Act.
ο προς ον η μεταβίβαση μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 78 του βουλγαρικού νόμου περί ιδιοκτησίας.
(70) The Union citizen exercising rights to freedom of movement can invoke the complete range of fundamental rights protected by EU law(whether
Ο πολίτης της Ένωσης ο οποίος ασκεί δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας μπορεί να επικαλεσθεί όλο το φάσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύονται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης(ανεξαρτήτως του
where things are scattered and in disarray, can invoke a feeling of revulsion and antipathy.
όπου τα πράγματα είναι διάσπαρτα και σε αταξία, μπορούν να επικαλεστούν ένα αίσθημα αποτροπιασμού και αντιπάθειας.
encounters problems with the collection of maintenance from a maintenance debtor residing abroad(i.e. in a country that is party to the New York Convention) can invoke the New York Convention.
αντιμετωπίζει προβλήματα με την είσπραξη διατροφής από υπόχρεο διατροφής που διαμένει στο εξωτερικό(δηλ. σε χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης της Νέας Υόρκης) μπορεί να επικαλεσθεί τη σύμβαση της Νέας Υόρκης.
which the consumer can invoke and require the vendor to respect.
την οποία ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεσθεί και να απαιτήσει από τον προμηθευτή την τήρησή της.
the warranty validity is not affected and the consumer can invoke the warranty and demand from the Supplier to observe it.
Προμηθευτή των υποχρεώσεων του, δεν θίγει το κύρος της εγγύησης, την οποία ο καταναλωτής μπορεί να επικαλεσθεί και να απαιτήσει από τον Προμηθευτή την τήρησή της.
If a maintenance creditor who is located in another Member State wishes to claim maintenance from a maintenance debtor residing in the Netherlands, he or she can invoke the system of the Convention.
Αν ο δικαιούχος διατροφής που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος επιθυμεί να ζητήσει διατροφή από υπόχρεο διατροφής που διαμένει στις Κάτω Χώρες, μπορεί να επικαλεσθεί το σύστημα αυτής της σύμβασης.
The principal question is whether a person in Mr Shepherd's position can invoke an act of persecution as described in Article 9(2)(e)
Shepherd μπορεί να επικαλείται πράξη διώξεως, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, στοιχείο ε΄, προκειμένου να θεμελιώσει αίτηση
I shall deal first with the question of whether Diego and Jessica can invoke rights under Articles 20
Θα πραγματευθώ πρώτα το ζήτημα αν ο Diego και Jessica μπορούν να επικαλεσθούν τα δικαιώματα των άρθρων 20
Results: 59, Time: 0.0376

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek