COMMON SERVICES in Greek translation

['kɒmən 's3ːvisiz]
['kɒmən 's3ːvisiz]
υπηρεσίες απο κοινού να εργασθουν
κοινόχρηστες εξυπηρετήσεις

Examples of using Common services in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
including the needs of the RELEX common services and DG IA itself,
συμπεριλαμβανομένων των αναγκών των κοινών υπηρεσιών της RELEX και της ίδιας της ΓΔ ΙΑ,
making up common services, working together in new projects
τις εμπειρίες τους, να δομήσουν υπηρεσίες απο κοινού, να εργασθουν με άλλες σε νέα πρότζεκτ, και φυσικά να επηρεάσουν
making up common services, working together in new projects
τις εμπειρίες τους, να δομήσουν υπηρεσίες απο κοινού, να εργασθουν με άλλες σε νέα πρότζεκτ, και φυσικά να επηρεάσουν
making up common services, working together in new projects
τις εμπειρίες τους, να δομήσουν υπηρεσίες απο κοινού, να εργασθουν με άλλες σε νέα πρότζεκτ, και φυσικά να επηρεάσουν
Workshop manual or common service of Honda motorcycles.
Workshop εγχειρίδιο ή κοινή υπηρεσία των μοτοσικλετών Honda.
No common service, ship or base.
Δεν είχαν κοινή υπηρεσία, πλοίο ή βάση.
A"common service for the comparison of biometric data", which runs in the background
Προβλέπεται επίσης μια"κοινή υπηρεσία για τη σύγκριση βιομετρικών δεδομένων",
Above all, it is a question of providing a common service of the highest quality for the European Union.
Πρόκειται πρωτίστως για την εξασφάλιση μιας κοινής υπηρεσίας της υψηλότερης ποιότητας για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Crop growth monitoring service is a very common service in Earth Observation products for agriculture.
Η υπηρεσία παρακολούθησης ανάπτυξης της καλλιέργειας αποτελεί ιδιαίτερα κοινή υπηρεσία στα προϊόντα της Δορυφορικής Τηλεπισκόπησης που αφορούν τη γεωργία.
on the initiative of the Common Service for External Relations.
με πρωτοβουλία της Κοινής Υπηρεσίας Εξωτερικών Σχέσεων.
The Commission made a start on reorganising its external relations administration structures by setting up the Common Service for External Relations,
Η Επιτροπή προέβη σε μια πρώτη διευθέτηση των διοικητικών διαρθρώσεων RELEX επ' ευκαιρία της δημιουργίας της κοινής υπηρεσίας διαχείρισης RELEX,
By the end of 1998 the responsibilities within the newly created common service for external relations(SCR) were not yet clear.
Ως τα τέλη του 1998, δεν ήταν ακόμη σαφείς οι αρμοδιότητες εντός της νεοσυσταθείσας κοινής υπηρεσίας εξωτερικών σχέσεων(SCR).
while the creation of a separate common service results in improvement of management capacities, it also distances political
η ανεξαρτητοποίηση της κοινής υπηρεσίας οδηγεί αφενός μεν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης,
Not only do they offer hosting as a“common service,” but they offer their heart
Όχι μόνο προσφέρουν φιλοξενία ως"κοινή υπηρεσία", αλλά προσφέρουν την καρδιά
The Common Service for External Relations(SCR)
Το 1998, η δημιουργία της Κοινής Υπηρεσίας Εξωτερικών σχέσεων(SCR)
is the Court of Auditors of the opinion that the creation of the common service RELEX will result in significant improvements
το εν λόγω θεσμικό όργανο θεωρεί ότι η ίδρυση της κοινής υπηρεσίας RELEX θα οδηγήσει σε σαφή βελτίωση της κατάστασης,
was wound up and is managed by the new Common Service for External Relations on behalf of all external relations departments.
πλαίσιο του κλεισίματος της ΕΕΣ και του οποίου η διαχείριση αναλήφθηκε για το σύνολο των υπηρεσιών RELEX από τη νέα κοινή υπηρεσία RELEX(SCR).
the support to the ISTC and the STCU between the Directorates-General Europe Aid(formerly the Common Service for External Relations),
στο ΚΕΤΟ μεταξύ της Υπηρεσίας Συνεργασίας Europe Aid(η πρώην κοινή υπηρεσία εξωτερικών σχέσεων)
Creation of common services;
Δημιουργία κοινών υπηρεσιών".
This includes all the common services.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται όλες οι δημόσιες υπηρεσίες.
Results: 3266, Time: 0.0418

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek