HAVE BORROWED in Greek translation

[hæv 'bɒrəʊd]
[hæv 'bɒrəʊd]
έχουν δανεισθεί

Examples of using Have borrowed in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
I shouldn't have borrowed your clothes or copied your hair.
Δεν έπρεπε να δανειστώ τα ρούχα σου, και να αντιγράψω τα μαλλιά σου.
I may have borrowed it.
Μπορεί να το δανείστηκα. Το ξέρω.
We should have borrowed a level.
Έπρεπε να δανειστούμε ένα αλφάδι.
You could have borrowed the dime.
Μπορούσες να δανειστείς ένα κέρμα.
But she could have borrowed one or stole one.
Αλλά θα μπορούσε να δανείστηκε ή να έκλεψε, ένα.
I got clothes you could have borrowed.
Εχω κάτι στο σπίτι να σου δανείσω.
Gosh, perhaps we shouldn't have borrowed from Maze.
Θεέ μου, δεν έπρεπε να δανειστούμε από τη Μέιζ.
You should have borrowed.
Θα έπρεπε να δανειστείς.
If so, you could have borrowed from me.
Αν ήταν έτσι, θα μπορούσες να δανειστείς από μένα.
No, but he could have borrowed one.
Όχι, αλλά θα μπορούσε να δανειστεί.
Chris must have borrowed it, I supose.
Ο Κρις πρέπει να το δανείστηκε.
More than three-quarters have borrowed cash to invest in commercial property in the hope the returns will cover budget gaps.
Πάνω από τα τρία τέταρτα των δήμων έχουν δανειστεί μετρητά για να επενδύσουν σε εμπορικά ακίνητα με την ελπίδα ότι οι αποδόσεις θα καλύψουν τα κενά του προϋπολογισμού.
governments have borrowed heavily to keep public sector salaries high,
οι κυβερνήσεις δανείζονταν επαχθώς προκειμένου να διατηρήσουν τους μισθούς του δημοσίου τομέα υψηλούς,
Local banks have borrowed an immense amount- north of $100 billion- abroad
Οι τοπικές τράπεζες έχουν δανειστεί ένα τεράστιο ποσό-ύψους 100 δισ. δολαρίων- από το εξωτερικό
However, debtors need more money than they have borrowed because they also have to pay interest on their loans.
Ωστόσο, οι οφειλέτες χρειάζονται περισσότερα χρήματα από αυτά που έχουν δανειστεί γιατί πρέπει επιπλέον να καταβάλλουν και τόκους επί των δανείων τους.
For years Turkish firms have borrowed in euros and dollars, to take advantage of lower rates,
Επί σειρά ετών, τουρκικές εταιρείες δανείζονταν σε ευρώ και δολάρια για να επωφεληθούν από τα χαμηλότερα επιτόκια,
The governments who have borrowed were elected democratically,
Οι κυβερνήσεις που δανείστηκαν εξελέγησαν δημοκρατικά,
Moreover, Syrian Arabic dialects have borrowed many loanwords from Turkish,
Επιπλέον, οι Συριακές αραβικές διάλεκτοι, έχουν δανειστεί πολλές λέξεις από την τουρκική,
For years Turkish companies have borrowed in dollars and euros, drawn by the lower interest rates.
Επί αρκετά χρόνια, τουρκικές εταιρείες δανείζονταν σε ευρώ και δολάρια με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια.
There were also that said, We have borrowed money for the king's tribute,
Υπήρχαν, ακόμα, μερικοί που έλεγαν: Εμείς δανειστήκαμε αργύρια για τους φόρους τού βασιλιά,
Results: 131, Time: 0.0436

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek