IMMORALITY in Greek translation

[ˌimə'ræliti]
[ˌimə'ræliti]
ανηθικότητα
immorality
vice
immoral
amorality
promiscuity
licentiousness
profligacy
ανηθικότης
immorality
ανηθικότητος
immorality
ανηθικότητά
immorality
ανήθικο
immoral
unethical
amoral
impure
bawdy
unprincipled
unscrupulous
αμοραλισμό
amoralism
amorality
immoralism
immorality
ανηθικοτητα
immorality
ανηθικότητας
immorality
vice
immoral
amorality
promiscuity
licentiousness
profligacy
ανηθικότητας-το

Examples of using Immorality in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Harmonia Philosophica: Philosophy Wire: Economy, immorality, humans.
Φιλοσοφικό Τηλεγράφημα: Οικονομία, ανηθικότητα, άνθρωποι.
was considered as the God of immorality.
θεωρήθηκε ως ο Θεός της ανηθικότητας.
Moral purity is better than immorality.
Η ηθική καθαρότητα είναι καλύτερη από την ανηθικότητα.
We live in a world of increasing immorality and rising criminality.
Ζούμε σε έναν κόσμο αυξανόμενης ανηθικότητας και εγκληματικότητας.
NEW DVD! Morality or immorality.
ΝΕΟ DVD! Ηθική ή ανηθικότητα.
It's the height of immorality.
Είναι το αποκορύφωμα της ανηθικότητας.
Yes, immorality hurts.
Ναι, η ανηθικότητα πληγώνει.
We, the glorious troops of the navy… we removed all traces of immorality.
Εμείς, τα ένδοξα στρατεύματα του ναυτικού… αφαιρέσαμε όλα τα ίχνη της ανηθικότητας.
I hate immorality.
Μισώ την ανηθικότητα.
The benefits of immorality.
Το πλεονέκτημα της ανηθικότητας.
The ensuing annual festival became infamous for drunkenness and immorality.
Η επακόλουθη ετήσιο φεστιβάλ έγινε διαβόητη για μέθη και την ανηθικότητα.
infidelity and immorality.
απιστίας και ανηθικότητας.
That was the immorality of the war.
Αλώστε αυτή είναι η ανηθικότητα του Πολέμου.
This is not morality but immorality.
Δεν είναι παράδειγμα ηθικής αλλά ανηθικότητας.
or commit immorality.
δεν εξαπατά ούτε διαπράττει ανηθικότητα.
Consider, too, the high price of committing immorality.
Να συλλογίζεστε επίσης το υψηλό τίμημα της διάπραξης ανηθικότητας.
Moral purity is better than immorality.
Η ηθική αγνότητα είναι καλύτερη από την ανηθικότητα.
We can not control the immorality of the Internet.
Δεν μπορούμε να ελέγξουμε την ανηθικότητα του Διαδικτύου.
The Bible says that immorality will rise to incredible proportions.
Στην Αγία Γραφή αναφέρεται ότι η ανηθικότητα στο τέλος του χρόνου θα πάρει ασύλληπτα μεγέθη.
Immorality has turned to a norm.”.
Η ατιμωρησία έχει γίνει κανόνας".
Results: 789, Time: 0.1103

Top dictionary queries

English - Greek