LOW PROBABILITY in Greek translation

[ləʊ ˌprɒbə'biliti]

Examples of using Low probability in English and their translations into Greek

{-}
  • Medicine category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
there is a relatively low probability of high-magnitude earthquakes,
υπάρχει σχετικά μικρή πιθανότητα εκδήλωσης μεγάλων σεισμών,
As the effective dose is about 6.9 mSv when the maximal recommended activity of 800 MBq is administered these adverse reactions are expected to occur with a low probability.
Καθώς η αποτελεσματική δόση είναι περίπου 6, 9 mSv, όταν χορηγείται η μέγιστη συνιστώμενη ενεργότητα, 800 MBq, αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναμένεται να εμφανιστούν με χαμηλή πιθανότητα.
such an earthquake is possible but with a low probability.
ένας τέτοιος σεισμός είναι δυνατός αλλά με μικρή πιθανότητα.
with large absorption amount and low probability of reverse osmosis.
με μεγάλη απορρόφηση ποσού και χαμηλή πιθανότητα αντίστροφης όσμωσης.
Dietary planning aims to determine diets that have a low probability of nutrient inadequacy or excess.1.
Ο διαιτητικός σχεδιασμός στοχεύει στη διαμόρφωση μιας δίαιτας η οποία θα έχει χαμηλή πιθανότητα ανεπάρκειας ή υπέρβασης θρεπτικών συστατικών.1.
We now consider these“low probability, high impact” scenarios an increasingly critical part of our work.
Πλέον θεωρούμε αυτά τα σενάρια«μικρής πιθανότητας- μεγάλης επίπτωσης» ένα αυξανόμενα σημαντικό κομμάτι της εργασίας μας.
They conclude on the safety of nptII gene in Amflora potato based on the low probability of gene transfer from plant to bacteria
Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι είναι ασφαλής η παρουσία του γονιδίου nptII στην πατάτα Amflora. Αυτό οφείλεται στη χαμηλή πιθανότητα μεταφοράς του γονιδίου από φυτά σε βακτήρια
A risk with a large potential loss and a low probability of occurring must be treated differently than one with a low potential loss
Ένας κίνδυνος με μια μεγάλη δυνητική απώλεια και μια μικρή πιθανότητα να συμβεί, πρέπει να αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο από ό, τι ένας με χαμηλή δυνητική απώλεια,
as they are considered to have extremely low probability of occurring during operations.
καθώς θεωρείται ότι έχουν εξαιρετικά χαμηλή πιθανότητα εμφάνισης κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Risk with a large potential loss and a low probability of occurrence, is often treated differently from one with a low potential loss
Ένας κίνδυνος με μια μεγάλη δυνητική απώλεια και μια μικρή πιθανότητα να συμβεί, πρέπει να αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο από ό, τι ένας με χαμηλή δυνητική απώλεια,
debris field explanation is unlikely, given the very low probability that Kepler would ever witness such an event due to the rarity of collisions of such size.
η υπόθεση του πλανητικού πεδίου συντριμμιών είναι απίθανη λόγω και της πολύ χαμηλής πιθανότητας το Κέπλερ να μπορούσε ποτέ να παρατηρήσει ένα τέτοιο γεγονός, λόγω της σπανιότητας των συγκρούσεων τέτοιου μεγέθους.
it behaves in a way so that there is low probability of it being modified, delete corrupted data with harsh sum
να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει μικρή πιθανότητα αυτό να τροποποιηθεί, διαγραφεί κατεστραμμένα δεδομένα με σκληρή ποσό
given each case's relatively low probability of a massive payout.
δεδομένης της σχετικά χαμηλής πιθανότητας κάθε περίπτωση να καταλήξει σε μεγάλη πληρωμή.
juveniles from the wild, where they would otherwise have had a very low probability of surviving to adulthood.
νεαρά ζώα από το φυσικό περιβάλλον, όπου διαφορετικά θα είχαν πολύ μικρή πιθανότητα να επιβιώσουν ως την ενηλικίωση.
there is a low probability of significant metabolism-based interactions with substances metabolised by these P450 enzymes.
4A με τη ροσιγλιταζόνη, υπάρχει μικρή πιθανότητα αλληλεπίδρασης με ουσίες που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα P450.
for these 3 contracts, these risks have presently a low probability(presently below 5%).
οι κίνδυνοι αυτοί παρουσιάζουν επί του παρόντος μικρή πιθανότητα εμφάνισης(επί του παρόντος κάτω του 5%).
there is a low probability of significant metabolism-based interactions with substances metabolised by these P450 enzymes.
υπάρχει μικρή πιθανότητα σημαντικών αλληλεπιδράσεων που να βασίζονται στο μεταβολισμό με ουσίες που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα P450.
However, in order for even this extremely low probability of HIV transmission during day-to-day contact to be excluded,
Πάντως, για να αποκλειστεί ακόμη κι αυτή η πολύ μικρή πιθανότητα μετάδοσης του HIV κατά την καθημερινή συνδιαλλαγή των ανθρώπων,
The laws the politicians have passed say that these people have a low probability of finding re-employment if they become unemployed,
Οι νόμοι που έχουν περάσει από τους πολιτικούς αναφέρουν ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν χαμηλή πιθανότητα να βρουν νέα απασχόληση
For the induction treatment of patients with locally advanced(technically unresectable, low probability of surgical cure,
Για τη θεραπεία εισαγωγής ασθενών με τοπικά προχωρημένο(πρακτικά ανεγχείρητο, χαμηλής πιθανότητας ίαση μέσω εγχείρησης
Results: 75, Time: 0.0388

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek