PROCURES in Greek translation

[prə'kjʊəz]
[prə'kjʊəz]
προμηθεύει
provide
supply
procure
προμηθεύεται
provide
supply
procure
αγοράζει
i buy
purchase
buying
εξασφαλίζει
ensure
securing
provide
to obtain
i make sure

Examples of using Procures in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Free On Board” means that the seller delivers the goods on board the vessel nominated by the buyer at the named port of shipment or procures the goods already so delivered.
Ο όρος«Free on Board» σημαίνει ότι ο πωλητής παραδίδει τα εμπορεύματα επί του πλοίου που ορίζεται από τον αγοραστή στο κατονομαζόμενο λιμάνι της Αποστολής ή προμηθεύει τα εμπορεύματα που έχουν ήδη παραδοθεί με αυτόν τον τρόπο.
Energy procures and owns the fuel.
Energy προμηθεύει και κατέχει τα καύσιμα.
The Company procures product from various sources(such as refineries,
Η Εταιρεία προμηθεύεται προϊόντα από διάφορες πηγές(όπως διυλιστήρια,
The raw material used is 100% Greek cotton of the highest quality which the company procures either from Sofades Ginning Mills subsidiary
Η πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται είναι 100% Ελληνικό βαμβάκι ανώτατης ποιότητας το οποίο η εταιρεία προμηθεύεται είτε από την θυγατρική της εταιρεία Εκκοκκιστήρια Σοφάδων,
The Company procures product from various sources(such as refineries,
Η Εταιρεία προμηθεύεται το προϊόν από διάφορες πηγές(όπως διυλιστήρια,
The entity procures the good from a third party
Η οικονομική οντότητα προμηθεύεται το αγαθό από τρίτο μέρος
The ego can become a tormentor that tortures man wherever he is and procures for him the most profound oppression,
Το εγώ μπορεί να γίνει ένας βασανιστής που βασανίζει τον άνθρωπο όπου κι αν είναι και του προκαλεί την πιο σκληρή καταπίεση,
The ego can become a tormentor that tortures man wherever he is and procures for him the most profound oppression,
Το εγώ μπορεί να γίνει ένας βασανιστής που βασανίζει τον άνθρωπο όπου κι αν είναι και του προκαλεί την πιο σκληρή καταπίεση,
operation of a document, procures another to sign or execute the document is guilty of an offence
την ισχύ εγγράφου, προκαλεί άλλο να υπογράψει ή να εκτελέσει το έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού
we cannot be liable for any loss you may suffer if a third party procures unauthorized access to any data provided by you when accessing
δεν μπορούμε να είμαστε υπεύθυνοι για τυχόν απώλεια που μπορεί να υποστείτε αν κάποιος τρίτος προμηθεύει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε δεδομένα που παρέχονται από εσάς κατά την πρόσβαση
The good is what is good for us, what procures us pleasurable sensations,
Καλό είναι αυτό που είναι καλό για εμάς, αυτό που μας εξασφαλίζει ευχάριστες εντυπώσεις,
while at the same time, procures from the local market the greater part of the goods
ενώ, συγχρόνως, προμηθεύεται από την τοπική αγορά το μεγαλύτερο μέρος των αγαθών
A person who, while a man and his wife are living together, procures either of them to deal with anything which is,
Όποιος, από τους συζύγους που συμβιώνουν, προκαλεί ο καθένας από αυτούς να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε πράγμα το οποίο γνωρίζει ότι ανήκει στον άλλο
operation of a document, procures another to sign or execute the document,
την ισχύ εγγράφου, προκαλεί άλλο να υπογράψει ή να εκτελέσει το έγγραφο,
in the absence of negligence on our part we cannot be liable for any loss you may suffer if a third party procures unauthorised access to any data provided by you when accessing
δεν υπάρξει αμέλεια από μέρους σας, δεν μπορούμε να είμαστε υπεύθυνοι για τυχόν απώλεια που μπορεί να υποστείτε αν κάποιος τρίτος προμηθεύει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε δεδομένα που παρέχονται από εσάς κατά την πρόσβαση
in the absence of negligence on our part we cannot be liable for any loss you may suffer if a third party procures unauthorised access to any data provided by you when accessing
δεν υπάρξει αμέλεια από μέρους μας, δεν μπορούμε να είμαστε υπεύθυνοι για τυχόν απώλεια που μπορεί να υποστείτε αν κάποιος τρίτος προμηθεύει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε δεδομένα που παρέχονται από εσάς κατά την πρόσβαση
in the absence of negligence on our part we cannot be held liable for any loss you may suffer if a third party procures unauthorized access to any data you provide when accessing
της πληρωμής ασφαλή, αλλά στην απουσία αμέλειας εκ μέρους μας, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για οποιαδήποτε απώλεια που μπορεί να υποστεί αν ένας τρίτος προμηθεύεται μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε οποιαδήποτε δεδομένα που παρέχουν κατά την αξιολόγηση
Procuring items or services from you.
Προμήθεια στοιχείων ή υπηρεσιών από εσάς.
I had procured two field beds which I placed in the hold.
Είχα προμηθευτεί δύο κρεβατάκια τύπου ράντζου και τα είχα βάλει στο αμπάρι.
Procuring for radical outcomes;
Προμήθεια για ριζικά αποτελέσματα·
Results: 47, Time: 0.0393

Top dictionary queries

English - Greek