WHICH HAS CONTRIBUTED in Greek translation

[witʃ hæz kən'tribjuːtid]
[witʃ hæz kən'tribjuːtid]
που έχει συνεισφέρει

Examples of using Which has contributed in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
at the same time dynamic ecosystem, which has contributed to the rapid growth of innovative enterprises in the particularly important high-tech sector.
συγχρόνως δυναμικό οικοσύστημα, που έχει συμβάλλει στη ραγδαία αύξηση καινοτόμων επιχειρήσεων στον ιδιαίτερα σημαντικό τομέα της υψηλής τεχνολογίας.
has continued, which has contributed to the unity of Cubans,
πράγμα που συνέβαλε στην ενότητα των Κουβανών πιστών
bodies governed by the private law of a Member State or a third country which has contributed to the External Action Guarantee in accordance with Article 28,
οι φορείς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας που έχει συνεισφέρει στην εγγύηση εξωτερικής δράσης σύμφωνα με το άρθρο 28,
The average annual temperature of the cave is 0 °C(32°F), which has contributed to the preservation of archaic DNA among the remains discovered.[19]
Η μέση ετήσια θερμοκρασία της σπηλιάς είναι 0° C(32° F), το οποίο συνέβαλε στη διατήρηση του αρχαϊκού DNA ανάμεσα στα ευρήματα που ανακαλύφθηκαν.[2]
competition with food and feed crops, which has contributed to the current food crisis,
ο ανταγωνισμός με τις καλλιέργειες παραγωγής τροφίμων και ζωοτροφών, που έχει συμβάλει στην τρέχουσα επισιτιστική κρίση,
The award partners are Piraeus Bank Group which has contributed to the training and education of participants since 2014 through its subsidiary, Excelixi Center of Sustainable Entrepreneurship;
Υποστηρικτές του θεσμού είναι η Τράπεζα Πειραιώς, η οποία συμβάλλει στην κατάρτιση και εκπαίδευση των συμμετεχόντων από το 2014, μέσω του Κέντρου Βιώσιμης Επιχειρηματικότητας Εξέλιξη, η εταιρεία επενδύσεων
The celebration of the International Jazz Day is an important step to promote the values of jazz as an important historical art form which has contributed to promote intercultural dialogue,
Αυτό καταδεικνύει τη σημασία που ο διεθνής οργανισμός αποδίδει στην τζαζ, ως μία σημαντική ιστορική μορφή τέχνης που έχει συμβάλει τα μέγιστα στην ανάπτυξη του πολιτισμικού διαλόγου, την απάλειψη οποιασδήποτε μορφής διάκρισης,
especially in further implementation of a domestic market with free movement of services, which has contributed to the competitiveness of the European Union.
ειδικά στην περαιτέρω εφαρμογή μιας εσωτερικής αγοράς με ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, η οποία έχει συμβάλει στην ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
PWNtcha has made significant progress in defeating commonly used CAPTCHAs, which has contributed to a general migration towards more sophisticated CAPTCHAs.[35]
Το PWNtcha έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στην αποτροπή των κοινώς χρησιμοποιούμενων CAPTCHAs, γεγονός που συνέβαλε στη γενική μετανάστευση προς πιο εξελιγμένα CAPTCHAs.[2]
the Commission that the dynamic of change to agricultural practices in the‘repopulation area'- which, according to France, covers 49% of land favourable to the species- which has contributed to the positive stabilisation of the numbers of the species,
η δυναµική της προσαρµογής των γεωργικών πρακτικών στην«περιοχή επανεγκατάστασης»- καλύπτουσα κατά τη Γαλλία το 49 % των ευνοϊκών για το εν λόγω είδος εδαφών-, η οποία συνέβαλε στη θετική σταθεροποίηση του πληθυσµού του είδους,
Romania completed the fifth enlargement of the European Union, which has contributed to peace, prosperity,
της Ρουμανίας ολοκλήρωσε την πέμπτη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει συμβάλει στην ειρήνη, την ευημερία,
setting realistic targets, the Commission would however like to underline the importance of setting an ambitious policy goal, which has contributed to creating political momentum around the Youth Guarantee.
του ορισμού ρεαλιστικών στόχων, η Επιτροπή θα επιθυμούσε ωστόσο να υπογραμμίσει τη σημασία του καθορισμού φιλόδοξων στόχων πολιτικής που έχουν συνεισφέρει στη δημιουργία πολιτικής ώθησης όσον αφορά το πρόγραμμα«Εγγυήσεις για τη νεολαία».
against the perceptions and attitudes, which has contributed greatly over the years of its operation to the development for the better in the case of the animals in Greece.
κατά αντιλήψεων και νοοτροπιών, που έχει συμβάλλει τα μέγιστα όλα αυτά τα χρόνια της λειτουργίας της στην επί τα βελτίω εξέλιξη της υπόθεσης των ζώων στην Ελλάδα.
highlighted the numerous factors which have contributed to 100 years of the group's successful operation in various sectors.
ανέλυσε τους παράγοντες που συνέβαλαν στη συμπλήρωση 100 χρόνων επιτυχημένης δραστηριοποίησης του Ομίλου σε διάφορους εμπορικούς κλάδους.
It is also staffed with qualified personnel, which have contributed to the clinical application of Cardiac MR imaging internationally
Επίσης, διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό που έχει συμβάλει διεθνώς στην κλινική εφαρμογή της Μαγνητικής Τομογραφίας Καρδιάς
mobile consumer loyalty, which have contributed to the mobile ecosystem worldwide.
της πιστότητας καταναλωτή του mobile, που συνέβαλαν στο οικοσύστημα του mobile παγκοσμίως.
It is also staffed with specialized personnel, which have contributed to the clinical application of CMR imaging internationally
Επίσης, διαθέτει εξειδικευμένο προσωπικό που έχει συμβάλει διεθνώς στην κλινική εφαρμογή της Μαγνητικής Τομογραφίας Καρδιάς
there is a history of factors which have contributed to poor quality training.
υπάρχει ένα ιστορικό των παραγόντων που συνέβαλαν σε κακής ποιότητας κατάρτιση.
there have been several DENSO breakthroughs which have contributed to the rapid increase of electrified parts.
υπήρξαν αρκετές καινοτομίες DENSO που συνέβαλαν στην ταχεία αύξηση των ηλεκτρικών ανταλλακτικών.
The end, in 1340, of the Mongolian Peace, which had contributed to the development of the trade in luxury items from the Far East,
Tο τέλος της Mογγολικής Ειρήνης το 1340, που είχε συμβάλει στην ανάπτυξη της διακίνησης προϊόντων πολυτελείας από την Άπω Ανατολή,
Results: 43, Time: 0.0442

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek