PARTIAL COMPENSATION in Greek translation

['pɑːʃl ˌkɒmpen'seiʃn]
['pɑːʃl ˌkɒmpen'seiʃn]
μερική αποζημίωση
μερική αντιστάθμιση

Examples of using Partial compensation in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
as this is a matter of obtaining partial compensation.
καθώς πρόκειται για θέμα λήψης μερικής επανόρθωσης.
calling on competent technical assistance allowed at least partial compensation for the shortcomings of some of the public
βοήθεια κατέστησε δυνατό να αντισταθμι¬ στούν, τουλάχιστον εν μέρει, οι ανεπάρκειες ορισμένων δημόσιων
to achieve full or partial compensation for the proposed cuts in social security benefits(in particular as regards cash sickness benefits).
μέσω συμβάσεων, να αντισταθμίσουν εντελώς ή εν μέρει τις σχεδιαζόμενες μειώσεις των παροχών κοινωνικής ασφάλισης(ιδίως τις παροχές σε χρήμα σε περίπτωση ασθένειας).
when Argentina failed to make a payment on bonds issued as partial compensation to victims of the previous default, in 2001.
με πιο πρόσφατη τη χρεοκοπία πριν από μερικές μέρες, όταν δεν μπόρεσε να αποπληρώσει μέρος των ομολόγων που είχαν εκδοθεί ως αποζημίωση στα θύματα της τελευταίας χρεοκοπίας του 2001.
with no right to claim full or partial compensation for that reason.
χωρίς κανένα δικαίωμα σε ολική ή μερική αποζημίωση για το λόγο αυτό.
the right to full or partial compensation for this reason.
δικαίωμα σε ολική ή μερική αποζημίωση για το λόγο αυτό.
with no right to claim full or partial compensation for that reason.
χωρίς κανένα δικαίωμα σε ολική ή μερική αποζημίωση για το λόγο αυτό.
In partial compensation, the IAU decided that all features on Venus,
Σε μερική αποζημίωση, η IAU αποφάσισε ότι όλα τα χαρακτηριστικά της Αφροδίτης,
If the convicted person is obliged by the judgment of the criminal court to pay at least partial compensation to a civil claimant,
Εάν ο καταδικασθείς υποχρεωθεί με την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου να καταβάλει τουλάχιστον μερική αποζημίωση στον πολιτικώς ενάγοντα, ο καταδικασθείς οφείλει
by providing partial compensation, theoretically enabling farmers to adapt to these price reductions.
προτείνοντας μία μερική αντιστάθμιση, που να επιτρέπει θεωρητικώς στους αγρότες να προσαρμοστούν στην εν λόγω μείωση τιμών.
without any right to full or partial compensation for this reason.
χωρίς κανένα δικαίωμα σε ολική ή μερική αποζημίωση για το λόγο αυτό.
Very modest in itself, goes still lower if you take into consideration that the rise of wages in 1936 is only a partial compensation for the abolition of special prices on objects of consumption,
Μέτριος, κατεβαίνει ακόμα χαμηλότερα αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η άνοδος των μισθών το 1936 είναι μια μερική μόνο αποζημίωση για την κατάργηση των ειδικών τιμών στα είδη κατανάλωσης,
right to claim full or partial compensation for that reason.
δικαίωμα σε ολική ή μερική αποζημίωση για το λόγο αυτό.
right to claim full or partial compensation for that reason.
δικαίωμα σε ολική ή μερική αποζημίωση για το λόγο αυτό.
maritime transport; the product of this tax should go directly to the countries of the South as a(partial) compensation of the ecological debt and this tax rate should be regularly raised.
θαλάσσιων μεταφορών˙το εισόδημα από αυτή τη φορολόγηση θα πρέπει να πηγαίνει απευθείας στις χώρες του Νότου ως(μερική) αποζημίωση του οικολογικού χρέους˙.
goes still lower if you take into consideration that the rise of wages in 1936 is only a partial compensation for the abolition of special prices on objects of consumption,
από μόνος του πολύ μέτριος, κατεβαίνει ακόμα χαμηλότερα αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η άνοδος των μισθών το 1936 είναι μια μερική μόνο αποζημίωση για την κατάργηση των ειδικών τιμών στα είδη κατανάλωσης,
the price of beef, for which there will only be partial compensation, and from 2003 onwards we will be told that
είναι μια σημαντική μείωση των τιμών του βοείου κρέατος, η οποία θα αντισταθμίζεται μόνο μερικώς, και από το 2003, θα μας διευκρινίσουν πως για να ανταποκριθούμε στις διεθνείς μας υποχρεώσεις,
the price of beef, for which there will only be partial compensation, and from 2003 onwards we will be told that
άναι μια σημαντική μάωση των πμών του βοάου κρέατος, η οποία θα αντισταθμίζεται μόνο μερικώς, και από το 2003, θα μας διευκρινίσουν πως για να ανταποκριθούμε στις διεθνείς μας υποχρεώσας,
which gained a partial compensation in population in the shape of immigration of the Westchester bandit gangs into the city.
πράγμα που οδήγησε σε μερική αναπλήρωση δια της μεταναστεύσεως των ληστοσυμμοριών του Ουεσττσέστερ μέσα στην πόλη.
not subject to compensation or subject to partial compensation and confirmed by corresponding documents of the transport company,
δεν υπόκεινται σε αποζημίωση ή υπόκεινται σε μερική αποζημίωση και επιβεβαιώνεται από τα αντίστοιχα έγγραφα της εταιρείας μεταφορών,
Results: 120, Time: 0.0434

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek