POLLED in Greek translation

[pəʊld]
[pəʊld]
δημοσκόπηση
poll
survey
public opinion poll
pollster
opinion
ερωτηθέντων
asked
questioned
έρευνα
research
investigation
survey
study
inquiry
poll
enquiry
probe
exploration
investigating
δημοσκοπήθηκαν
surveyed
polled
σύμφωνα
accordance
pursuant to
said
under
line
consistent
reported
compliance
whereby
conformity
δημοσκόπησε
σφυγμομέτρηση
poll
canvassing
survey

Examples of using Polled in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The initial cross was between Suffolk and Polled Dorset and separately Suffolk crossed with Border Leicester.
Ο αρχικός σταυρός ήταν μεταξύ Suffolk και σταθμοσκόπησης Dorset και χωριστά Suffolk διέσχισε με Border Leicester.
Fifty-three percent of those polled said they favor stricter immigration laws.
Το 53% όσων ερωτήθηκαν ανέφεραν ότι τάσσονται υπέρ αυστηρότερης νομοθεσίας περί μετανάστευσης.
He polled everyone to see if they were still standing by the story.
Μας ρώτησε όλους ανυπο- στηρίζαμε ακόμα την ιστορία.
The White Polled Heath is a white,
Η Λευκή σταθμοσκόπησης Heath είναι ένα λευκό,
But the judge polled the jury and they deadlocked six to six.
Μα ο δικαστής ρώτησε τους ενόρκους και αυτοί αποφάνθηκαν ότι βρίσκονται σε αδιέξοδο, 6-6.
Polled Dorset.
Σταθμοσκόπησης Dorset.
Only 37 percent of the people polled claimed to be religious.
Μόνο το 37% των ανθρώπων που ρωτήθηκαν ισχυρίστηκαν ότι είναι θρησκευόμενοι.
I will get it polled before tomorrow.
Θα πάρετε αυτό που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση πριν από αύριο.
almost all of those polled approved of the idea.
σχεδόν όλοι όσοι ερωτήθηκαν ενέκριναν την ιδέα.
Analysts polled by FactSet Research were forecasting net profit of €722.6 million on sales of €19.7 billion.
Αναλυτές που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση της FactSet Research, προέβλεπαν καθαρά κέρδη 722, 6 εκατ. ευρώ και πωλήσεις 19, 7 δισ. ευρώ.
Of the polled say they would vote for a female candidate for a town
Το 80% των ερωτηθέντων δηλώνουν, ότι εάν οι υπόλοιπες συνθήκες είναι οι ίδιες,
Analysts polled by Platts had expected them to increase by 3.5 million barrels.
Αναλυτές που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση της Platts ανέμεναν ότι τα αποθέματα θα αυξηθούν κατά 3, 5 εκατ. βαρέλια.
Of EU citizens polled indicated that they are aware of the existence of a public authority in their country responsible for protecting their data protection rights.
Το 57% των ερωτηθέντων πολιτών της ΕΕ δήλωσαν ότι γνωρίζουν την ύπαρξη δημόσιας αρχής στη χώρα τους που είναι υπεύθυνη για την προστασία των δικαιωμάτων προστασίας των δεδομένων.
Economists polled by Reuters had expected growth in gross domestic product(GDP) of 1.6 per cent for 2015.
Οικονομολόγοι σε έρευνα του Reuters ανέμεναν το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Γερμανίας να αυξηθεί κατά 1,6% το 2015.
New Scientist magazine polled the public on their preferred final name for the so-called tenth planet;"Xena" ranked number 4.
Το περιοδικό New Scientist δημιούργησε μια δημοσκόπηση για το κοινό ως προς το τελικό όνομα που αυτό το τελευταίο προτιμά για τον αποκαλούμενο δέκατο πλανήτη; το όνομα"Xena" κατέλαβε την 4η θέση.
But a large part of those polled, 41 per cent,
Αλλά ένα μεγάλο μέρος αυτών που δημοσκοπήθηκαν, το 41%, δήλωσαν
Percent of skateboarders polled who had used a board in the last year were under the age of 18, and 74 percent were male.
Τοις εκατό των ερωτηθέντων skateboarders οποίοι είχαν χρησιμοποιήσει ένα συμβούλιο κατά το τελευταίο έτος ήταν κάτω από την ηλικία των 18, και 74 τοις εκατό ήταν άνδρες.
PwC polled 300 senior executives at American,
Στην έρευνα της PwC συμμετείχαν 300 στελέχη αμερικανικών,
Prior to this experiment, Milgram polled psychologists on what they thought the results would be.
Πριν την διεξαγωγή του πειράματος, ο Μίλγκραμ είχε κάνει δημοσκόπηση μεταξύ των συναδέλφων του για το ποια πίστευαν ότι θα ήταν τα αποτελέσματα του.
In keeping with 1,400 executives polled by using The Ken Blanchard firms,
Σύμφωνα με 1.4 στελέχη που ρωτήθηκαν από το"The Ken Blanchard Companies",
Results: 263, Time: 0.116

Top dictionary queries

English - Greek