WHEN COMMITTED in Greek translation

[wen kə'mitid]
[wen kə'mitid]
όταν διαπράττονται
όταν τελούνται
όταν διαπράττεται
όταν τελείται

Examples of using When committed in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
training for terrorism, when committed intentionally.
εκπαίδευση τρομοκρατών, όταν διαπράττονται εκ προθέσεως.
for offences established in accordance with Articles 5 and 6, when committed by natural persons,
για τα ποινικά αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 όταν διαπράττονται από φυσικά πρόσωπα,
Whereas offences should be punishable under this Directive when committed intentionally and at least in serious cases,
Ενώ ένα αδίκημα πρέπει να είναι αξιόποινο, δυνάμει της παρούσας οδηγίας εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως και, τουλάχιστον σε σοβαρές περιπτώσεις,
Member States shall take the necessary measures to ensure that market manipulation as referred to in paragraph 2 constitutes a criminal offence at least in serious cases and when committed intentionally.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίζεται ότι η χειραγώγηση της αγοράς, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, συνιστά ποινικό αδίκημα τουλάχιστον σε σοβαρές περιπτώσεις και εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως.
Member States shall take the necessary measures to ensure that unlawful disclosure of inside information as referred to in paragraphs 2 to 5 constitutes a criminal offence at least in serious cases and when committed intentionally.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίζεται ότι η παράνομη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 2 έως 5, αποτελεί ποινικό αδίκημα τουλάχιστον σε σοβαρές περιπτώσεις και εφόσον διαπράττεται εκ προθέσεως.
other measures to ensure that the offences referred to in Articles 15 to 17 of this Convention, when committed by natural persons,
άλλα μέτρα για να διασφαλίσει ότι, για τα αδικήματα των άρθρων 15 έως 17 της παρούσας σύμβασης, όταν διαπράττονται από φυσικά πρόσωπα,
including, when committed by natural persons,
συμπεριλαμβανομένων, όταν τελούνται από φυσικά πρόσωπα,
even when committed by a legal body of the highest level, through a final judgment,
ακόμη και όταν διαπράττεται από δικαστικό όργανο ανωτάτου βαθμού με τελεσίδικη απόφαση,
other measures as may be necessary to establish the smuggling of migrants as a criminal offence, when committed intentionally and in order to obtain,
άλλα μέτρα, όπως είναι αναγκαίο, για να καθιερώσει το λαθρεμπόριο μεταναστών ως έγκλημα, όταν διαπράττεται εκ προθέσεως και για να αποκτήσουν,
is punishable as a criminal offence, when committed intentionally by.
τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται εκ προθέσεως.
in Article 4 is punishable as a criminal offence when committed intentionally.
στο άρθρο 4, τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα όταν διαπράττεται εκ προθέσεως.
a third party is punishable as a criminal offence, when committed intentionally by.
για τον δράστη ή για τρίτους, τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται εκ προθέσεως με.
a third party is punishable as a criminal offence, when committed intentionally by.
για τον δράστη ή για τρίτους, τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται εκ προθέσεως.
of paragraph 1 is punishable as a criminal offence when committed by persons who committed,
στην παράγραφο 1 στοιχεία α και β αποτελεί αξιόποινη πράξη όταν διαπράττεται από πρόσωπα που έχουν διαπράξει
Any Member State which, under its law, does not extradite its own nationals shall take the necessary measures to establish its jurisdiction over the offences it has established in accordance with Articles 1 and 2(1), when committed by its own nationals outside its territory.
Κάθε κράτος μέλος το οποίο, βάσει της νομοθεσίας του, δεν εκδίδει υπηκόους του, λαμβάνει τα αναγκαία μέτφα προκειμένου να καθορίσει τη δικαιοδοσία του για εγκλήματα που έχει θεσπίσει σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 παράγραφος 1, όταν αυτά διαπράττονται από υπηκόους του εκτός του εδάφους του.
jurisdiction over the offences it has established in accordance with the obligations arising out of Articles 2, 3 and 4, when committed by its own nationals outside its territory.
λαμβάνει τα αναγκαία μέτφα προκειμένου να καθορίσει τη δικαιοδοσία του για εγκλήματα που έχει θεσπίσει σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 παράγραφος 1, όταν αυτά διαπράττονται από υπηκόους του εκτός του εδάφους του.
at the time of the offence, provided that a Member State has jurisdiction for such offences when committed outside its territory.
ένα κράτος μέλος έχει διεθνή δικαιοδοσία για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις όταν αυτές τελούνται εκτός της επικράτειάς του.
other measures as may be necessary to establish as criminal offences under its domestic law, when committed intentionally, the promising,
άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να θεσπίσει ως ποινικά αδικήματα σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, όταν τελούνται με πρόθεση, την υπόσχεση,
other measures as may be necessary to establish as a criminal offence, when committed intentionally, illicit enrichment, that is,
κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ορίσει ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται με πρόθεση, τον παράνομο πλουτισμό,
other measures as may be necessary to establish as a criminal offence, when committed intentionally, illicit enrichment, that is,
κάθε Κράτος Μέρος υιοθετεί τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ορίσει ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται με πρόθεση, τον παράνομο πλουτισμό,
Results: 52, Time: 0.0338

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek