ACCEPTED PRINCIPLES in Greek translation

[ək'septid 'prinsəplz]
[ək'septid 'prinsəplz]
παραδεκτές αρχές
αποδεκτών αρχών
αποδεχτών αρχών

Examples of using Accepted principles in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
which results from the internationally accepted principles of human rights
ο οποίος απορρέει από τις παγκόσμια παραδεκτές αρχές περί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
use any tactic which is not in contradiction with accepted principles and which does not harm the activities of others.
μπορούν να εκφράσουν οποιαδήποτε άποψη και να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε τακτική δεν έρχεται σε αντίθεση με αποδεκτές αρχές και οι οποίες δεν βλάπτουν τις δραστηριότητες των άλλων.
on the basis of internationally accepted principles of urban transport systems,
με βάση τις διεθνώς παραδεκτές αρχές ανάπτυξης των αστικών μεταφορικών συστημάτων,
aligning their operations and strategies with ten universally accepted principles in the areas of human rights,
αφορά σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο 10 καθολικά αποδεκτών αρχών στους τομείς: των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
General statement First Aid is the skilled application of accepted principles of treatment on the occurrence of any injury
Οι ευθύνες του διασώστη στις Πρώτες Βοήθειες Πρώτες Βοήθειες είναι η επιδέξια εφαρμογή αποδεκτών αρχών θεραπείας, σε περιπτώσεις κάκωσης
Declares his/her personal involvement and commitment to the implementation of the declared policy and to the integration of the accepted principles in the decision-making process to improve the company's performance in terms of environmental protection.
Δηλώνει την προσωπική της συμμετοχή και δέσμευση για την εφαρμογή της ανακοινωμένης πολιτικής και την ενσωμάτωση των αποδεκτών αρχών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για τη βελτίωση της απόδοσης της εταιρείας, όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος.
Subsequently, these countries decided to entrust EKBMM with the drafting of a"Charter" that would constitute a framework of commonly accepted principles for the protection of the Byzantine heritage monuments for all states which own
Στη συνέχεια, οι χώρες αυτές αποφάσισαν να αναθέσουν στο ΕΚΒΜΜ τη σύνταξη μιας«Χάρτας» που θα συγκροτούσε ένα πλαίσιο κοινά αποδεκτών αρχών για την Προστασία των Μνημείων Βυζαντινής Κληρονομιάς από όλα τα κράτη που διατηρούν
Laws/acts and other regulations must comply with generally accepted principles of international law,
Οι νόμοι/πράξεις και τα διατάγματα πρέπει να συνάδουν με τις γενικά αποδεκτές αρχές του διεθνούς δικαίου
However, the anachronistic character of this state, which is the private property of a royal family who are strangers to the commonly accepted principles of freedom of expression
Ωστόσο, ο αναχρονιστικός χαρακτήρας αυτού του κράτους, ιδιωτικής ιδιοκτησίας μιας αρχοντικής οικογένειας ξένης προς τις γενικά αποδεκτές αρχές της ελευθερίας της έκφρασης
The situation in the European Union is the sin of not observing the universally established and accepted principles of the Stability and Growth Pact.
κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι το αμάρτημα της μη τήρησης των καθολικά θεσπισμένων και αποδεκτών αρχών του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης.
based on the generally accepted principles in earth sciences(the same processes,
βάσει των γενικώς αποδεκτών αρχών των επιστημών της γης(οι ίδιες διαδικασίες,
as well as the universally accepted principles in the areas of human rights,
Συμμόρφωσης, καθώς και τις παγκόσμια αποδεκτές αρχές στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
as well as the universally accepted principles in the areas of human rights,
Συμμόρφωσης, καθώς και τις παγκόσμια αποδεκτές αρχές στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,
Article 69 states,"The Russian Federation guarantees the rights of small indigenous peoples in accordance with the generally accepted principles and standards of international law
Το Σύνταγμα του 1993 στο Αρθρο 69 αναφέρει ότι«η Ρωσική Ομοσπονδία εγγυάται τα δικαιώματα των μικρών αυτοχθόνων λαών σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές αρχές και πρότυπα του διεθνούς δικαίου
the‘guide for applicants' used for the calls for proposals has contained detailed instructions to applicants to use the latest generally accepted principles for project management for developing their application.
που χρησιμοποιείται για τις προσκλήσεις για την υποβολή προτάσεων περιλαμβάνει αναλυτικές οδηγίες προς τους αιτούντες αναφορικά με τη χρήση των πλέον πρόσφατων γενικώς αποδεκτών αρχών διαχείρισης σχεδίων ενόψει της κατάρτισης αιτήσεων.
he did not follow generally accepted principles of medical science
επιστήμη του να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης
A universally accepted principle or rule.
Μια παγκοσμίως αποδεκτή αρχή ή κανόνας.
This is a generally accepted principle.
Πρόκειται για μία γενικώς αποδεκτή αρχή.
The Agreement is based on the internationally accepted principle of the median line
Η συμφωνία βασίζεται στη διεθνώς αποδεκτή αρχή της μέσης γραμμής
This is an accepted principle in the constitution," he says,"but should this principle also apply on the case of the president?".
Αυτή είναι μια αποδεκτή αρχή στο σύνταγμα", αναφέρει,"ωστόσο θα πρέπει να ισχύει αυτή η αρχή και στην περίπτωση του προέδρου;".
Results: 78, Time: 0.0342

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek