ACTS COMMITTED in Greek translation

[ækts kə'mitid]
[ækts kə'mitid]
πράξεις που διαπράττονται
ενέργειες που διαπράττονται
πράξεις που διαπράχθηκαν
πράξεων που διαπράχθηκαν
πράξεων που διαπράττονται
πράξεις που έχουν τελεσθεί

Examples of using Acts committed in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
the case was thrown out on the basis that the Government could not be held accountable for acts committed in another country.
ο ομοσπονδιακός δικαστής απέρριψε την υπόθεση, λέγοντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πράξεις που διαπράχθηκαν σε άλλη χώρα.
the recent stance taken by the United Nations Security Council means that barbarous acts committed with impunity will soon no longer be the rule, but should hopefully become the exception.
της πρόσφατης στάσης που υιοθέτησε το Συμβούλιο Ασφαλείας των"νωμένων Εθνών συνεπάγεται ότι οι βάρβαρες πράξεις που διαπράττονται με ατιμωρησία σύντομα δεν θα είναι πλέον ο κανόνας, αλλά αισίως θα γίνουν η εξαίρεση.
I strongly condemn violence and other unlawful acts committed by the youth groups
Καταδικάζω απερίφραστα τη βία και άλλων παράνομων πράξεων που διαπράττονται από ομάδες νέων
the burden he continues to bear as a consequence of acts committed years before his birth."!
το βάρος που εξακολουθεί να φέρει ως συνέπεια των πράξεων που διαπράχθηκαν χρόνια πριν από τη γέννησή του!
or even for acts committed by non-Jews.
ή ακόμη και για πράξεις που διαπράχθηκαν από μη Εβραίους.
where everything is methodically classed and disguised- each of us has seen something of these barbarous acts committed by flesh-eaters against the beasts they eat.
συγκαλυμμένα- καθένας μας έχει δει κάτι απ' αυτές τις βάρβαρες πράξεις που διαπράττονται απ' τους κρεατοφάγους ενάντια στα ζώα που τρώνε.
According to the manual,“the threat” is characterized by acts or attempted acts committed by the aforementioned“opposing forces”,
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο, η"απειλή” χαρακτηρίζεται από πράξεις ή απόπειρες πράξεων που διαπράττονται από τις προαναφερθείσες“αντίπαλες δυνάμεις”
was published by the Henry Jackson Society, showing the connection between Saudi funding for Wahhabi extremism beyond its shores and terrorist acts committed in the UK.
χρηματοδοτείται από το εξωτερικό»), η οποία έδειξε τη σχέση ανάμεσα στη χρηματοδότηση της Σαουδικής Αραβίας στον ουαχαμπικό εξτρεμισμό εκτός των συνόρων της και τις τρομοκρατικές πράξεις που διαπράχθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
balance between the gravity of the acts committed and the sanctions applied.
να εξισορροπούν μεταξύ της βαρύτητας των πράξεων που διαπράττονται και των κυρώσεων που επιβάλλονται.
other measures to ensure that the provisions of paragraph 1 also apply to acts committed against former or current spouses
άλλα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται επίσης αναφορικά με πράξεις οι οποίες διεπράχθησαν κατά των πρώην ή νυν συζύγων
to the effect that it applies the surrender procedure'only for acts committed after 1 November 2004'.
εφαρμόζεται στη διαδικασία παράδοσης"μόνο για τις πράξεις που τελέστηκαν μετά την 1η Νοεμβρίου 2004".
The UNO Convention of 1948 defines genocide more widely, as« acts committed with the intention of destroying,
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1948 ορίζει τη γενοκτονία ευρύτερα ως«πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την καταστροφή,
across the country at a time when violent acts committed by religious extremists have provoked inflammatory political rhetoric and helped fuel a
σε όλη τη χώρα σε μια εποχή που οι βίαιες πράξεις που διαπράττονται από θρησκευτικούς εξτρεμιστές έχουν προκαλέσει σκληρή πολιτική ρητορεία τροφοδοτώντας ένα κύμα μίσους
Parties shall take the necessary legislative or other measures to ensure that incitement by any person of a child to commit any of the acts referred to in paragraph 1 shall not diminish the criminal liability of that person for the acts committed.
Τα Μέρη θα λάβουν τα απαραίτητα νομοθετικά ή άλλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η υποκίνηση, από οποιοδήποτε άτομο, ενός παιδιού να διαπράξει οποιαδήποτε από τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν θα μειώσει την ποινική ευθύνη του ατόμου αυτού για τις πράξεις που διαπράχθηκαν.
of the issuing State, the idea being that a handover could not be refused for acts committed on the territory of the State issuing the warrant.
του εκδόντος κράτους μέλους, στη λογική ότι δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την παράδοση για πράξεις που διαπράχθηκαν στο έδαφος του κράτους μέλους το οποίο εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης.
actions committed by law(using violence or threats) are committed, and if the acts committed go beyond the rules defined in the license for the right to carry out activities security and detective.
διαπράττονται πράξεις που απαγορεύονται από το νόμο(με τη χρήση βίας ή απειλών), και αν οι πράξεις που διαπράττονται εκτός του πεδίου εφαρμογής των κανόνων που ορίζονται στην άδεια για τη δραστηριότητα(ασφάλειας και ντετέκτιβ).
operator in question is, in view of acts committed or omitted either before
ο εν λόγω οικονομικός φορέας βρίσκεται, λόγω των πράξεων που διαπράχθηκαν ή παραλείφθηκαν είτε πριν
the economic operator is, in view of acts committed or omitted either before
ο εν λόγω οικονομικός φορέας βρίσκεται, λόγω των πράξεων που διαπράχθηκαν ή παραλείφθηκαν είτε πριν
The word“repent” denotes the subsequent understanding of an act committed without mind.
Η λέξη«Μετανοώ» δηλώνει την εκ των υστέρων νόηση πάνω σε κάποια πράξη που διαπράχθηκε χωρίς νου.
The law does not provide for such extremist actions as“an act in the form of inaction”,“an act committed inadvertently, by imprudence”.
Ο νόμος δεν προβλέπει τέτοιες εξτρεμιστικές ενέργειες ως«πράξη με τη μορφή της αδράνειας»,«πράξη που διαπράχθηκε κατά λάθος, αμέλεια.».
Results: 54, Time: 0.037

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek