HAS CHANGED DRAMATICALLY in Greek translation

[hæz tʃeindʒd drə'mætikli]
[hæz tʃeindʒd drə'mætikli]
έχει αλλάξει δραματικά
έχει αλλάξει εντυπωσιακά
έχει μεταβληθεί δραματικά
έχει αλλάξει σημαντικά
άλλαξε άρδην
έχει αλλάξει δραστικά
έχει αλλάξει θεαματικά
άλλαξε δραματική

Examples of using Has changed dramatically in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Our world has changed dramatically over the last 100 years.
Ο κόσμος μας έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία 100 χρόνια.
We live in an age where lifestyle has changed dramatically.
Ζούμε σε μια εποχή που οι διατροφικές συνήθειες έχουν αλλάξει δραματικά.
Five years later, the situation has changed dramatically.
Χρόνια μετά και η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά.
economic reality has changed dramatically.
οικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει δραματικά.
Our life has changed dramatically.
Η ζωή μας έχει αλλάξει δραματικά.
The business world has changed dramatically.
Ο επιχειρηματικός κόσμος έχει αλλάξει δραματικά.
the picture has changed dramatically.
η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά.
In recent years this simple picture has changed dramatically.
Τα τελευταία όμως χρόνια η απλή αυτή εικόνα έχει αλλάξει δραματικά.
Well, the publishing market has changed dramatically.
Λοιπόν, ο εκδοτική αγορά έχει αλλάξει δραματικά.
Fifteen years later, the landscape has changed dramatically.
Τριάντα πέντε χρόνια μετά το τοπίο έχει αλλάξει δραματικά.
Our world has changed dramatically.
Ο κόσμος μας έχει αλλάξει δραματικά.
The ratio of working people to retired has changed dramatically.
Σήμερα η αναλογία μεταξύ του εργαζομένου πληθυσμού και των συνταξιούχων έχει αλλάξει δραματικά.
Post-legalization, the average cannabis consumer has changed dramatically.
Συμπερασματικά, μετά τη νομιμοποίηση, ο μέσος καταναλωτής κάνναβης έχει αλλάξει εντυπωσιακά.
The international security environment has changed dramatically since the end of the Cold War.
Εντωμεταξύ το ευρωπαϊκό περιβάλλον ασφάλειας άλλαξε δραματικά με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
The world has changed dramatically in recent years
Ο κόσμος άλλαξε δραματικά τα τελευταία χρόνια
The world of computers has changed dramatically over the past twenty-five years.
Ο κόσμος των ιών των υπολογιστών άλλαξε δραματικά τα 25 τελευταία χρόνια περίπου.
Your game has changed dramatically how did this happen?
Το παιχνίδι σου άλλαξε δραματικά, πώς συνέβη αυτό;?
This has changed dramatically as the….
Αλλά αυτό άλλαξε δραματικά καθώς η.
my life has changed dramatically.
η ζωή μου άλλαξε δραματικά.
However, in 90-e years the situation has changed dramatically.
Στη δεκαετία του'90 όμως, η κατάσταση άλλαξε δραματικά.
Results: 232, Time: 0.0488

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek