INSTITUTIONALIZATION in Greek translation

θεσμοθέτηση
establishment
institutionalization
institutionalisation
institution
introduction
enactment
establishing
institutionalizing
instituting
introducing
θεσμοποίηση
institutionalisation
institutionalization
institutionalising
institutioning
institutionalizing
ιδρυματοποίηση
institutionalization
institutionalisation
ins tu onalisa
ιδρυματισμού
institutionalization
την ιδρυματοποίησή
θεσμοποίησης
institutionalisation
institutionalization
institutionalising
institutioning
institutionalizing
ιδρυματοποίησης
institutionalization
institutionalisation
ins tu onalisa
θεσμοθέτησης
establishment
institutionalization
institutionalisation
institution
introduction
enactment
establishing
institutionalizing
instituting
introducing
ιδρυματισμός
θέσμιση
institution
institutionalisation
instituting
establishment
constitution
instrumentalised
institutionalization

Examples of using Institutionalization in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Secondly, the institutionalization of the parties and currents has distanced them from the mass movements.
Δεύτερον, η θεσμοποίηση των κομμάτων και των ρευμάτων τα απομάκρυνε από τα μαζικά κινήματα.
If we think of institutionalization in terms of parties,
Αν σκεφτόμαστε την θεσμοθέτηση από την άποψη των κομμάτων,
Institutionalization, isolation, misinformation,
Ιδρυματοποίηση, απομόνωση, παραπληροφόρηση,
While most authors take the development of social policy as having been vital for the transformations of capitalism,“domestication” focuses on the institutionalization of class conflict.
Ενώ οι περισσότεροι συγγραφείς εκλαμβάνουν την ανάπτυξη της κοινωνικής πολιτικής ως ζωτική για τους μετασχηματισμούς του καπιταλισμού, η«εξημέρωση» εστιάζει στη θεσμοποίηση της ταξικής σύγκρουσης.
would later become convinced that freemasons were behind his institutionalization.
αργότερα πείστηκε ότι ελευθεροτέκτονες(μασόνοι) βρίσκονταν πίσω από τον εγκλεισμό του.
The declining fertility rate of native Europeans coincides, in fact, with the institutionalization of Islam in Europe
Η πτώση του ρυθμού γεννητικότητας από τους γηγενείς Ευρωπαίους συμπίπτει στην πραγματικότητα με τη θεσμοθέτηση του Ισλάμ στην Ευρώπη
We don't believe in big hospitality structures that have as a result the institutionalization and the entrapment of the people.
Δεν πιστεύουμε σε μεγάλες δομές φιλοξενίας που έχουν ως αποτέλεσμα την ιδρυματοποίηση και τον εγκλωβισμό των ανθρώπων.
To initiate a process of European construction“from below”, with institutionalization of the deliberations of citizens through pan-European referenda.
Να διεκδικήσουν μια πορεία ευρωπαϊκής οικοδόμησης«από τα κάτω», με θεσμοποίηση των διαβουλεύσεων των πολιτών μέσω πανευρωπαϊκών δημοψηφισμάτων.
This explains the existence of the institutionalization of the concept of the lobby in the European Union,
Αυτό εξηγεί και την ύπαρξη της θεσμοποίησης της έννοιας του lobby στην Ευρωπαϊκή Ένωση
I had my first opportunity to witness on a massive scale the impact on children of institutionalization and the absence of parenting.
είχα την πρώτη μου ευκαιρία να γίνω μάρτυρας σε μεγάλη κλίμακα της επίδρασης που έχει στα παιδιά η ιδρυματοποίηση και η απουσία γονιών.
He describes“the institutionalization of a formerly informal practice which today is being self-promoted on social networks”.
Αυτός που είδε την κατάσταση να εξελίσσεται μέσα σε λίγα χρόνια, μιλά για«τη θεσμοθέτηση μιας πρώην ανεπίσημης πρακτικής που σήμερα αυτοπροβάλλεται στα κοινωνικά δίκτυα».
Becoming Structured does not alter their operation much, though the institutionalization of the power structure does open it to formal challenge.
Το να οργανωθούν επίσημα, δεν πολυαλλάζει τον τρόπο λειτουργίας τους αν και η θεσμοποίηση της δομής της δύναμης, την κάνει ανοικτή σε επίσημη πρόκληση.
The institution contributes to avoid marginalization or institutionalization cases, by addressing the issue of assisted living of adults with intellectual disability,
Ο θεσμός συμβάλλει στην αποφυγή περιπτώσεων περιθωριοποίησης ή ιδρυματοποίησης, αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της διαβίωσης των ενηλίκων με Ν.Υ., στην προοπτική μακράς διάρκειας
gender performance, and institutionalization by shifting its working methods to avoid the categorization of its practice.
έμφυλης επιτέλεσης και θεσμοποίησης, μεταβάλλοντας τις μεθόδους δουλειάς της για να αποφύγει την κατηγοριοποίηση της πρακτικής της.
support for children with disabilities is largely limited to institutionalization, abandonment or neglect.
οι αντιδράσεις για την κατάσταση των παιδιών με αναπηρίες περιορίζονται κατά μεγάλο μέρος στην ιδρυματοποίηση, στην εγκατάλειψη ή στην παραμέληση.
The Investment Court System is the latest proposed measure in the context of multilateralization and institutionalization of the decentralized regime of International Investment Law.
Το Δικαστήριο Σύστημα Επενδύσεων είναι το πιο πρόσφατο προτεινόμενο μέτρο στο πλαίσιο της πολυμερούς χαρακτήρος και θεσμοθέτηση της αποκεντρωμένης καθεστώτος του Διεθνούς Δικαίου Επενδύσεων.
The main concern of the Organization is to avoid the institutionalization of children, and the main goal is to re-integrate them into society as smoothly as possible and in a dignified manner.
Κύριο μέλημα του οργανισμού αποτελεί η αποφυγή ιδρυματοποίησης των παιδιών και βασικός στόχος η ομαλή και αξιοπρεπής επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.
which has advanced at planning and institutionalization level, should lead us to the next steps.
η οποία σε επίπεδο σχεδιασμού και θεσμοθέτησης έχει προχωρήσει, πρέπει να μας δώσει και τον μπούσουλα για τα παραπέρα βήματα.
how can ideals survive the process of institutionalization?
Πώς μπορούν τα ιδανικά να επιβιώσουν της διαδικασίας θεσμοποίησης;?
responses to the situation of children with disabilities are largely limited to institutionalization, abandonment or neglect.
οι αντιδράσεις για την κατάσταση των παιδιών με αναπηρίες περιορίζονται κατά μεγάλο μέρος στην ιδρυματοποίηση, στην εγκατάλειψη ή στην παραμέληση.
Results: 183, Time: 0.2738

Top dictionary queries

English - Greek