OSTENSIBLE in Greek translation

[ɒ'stensəbl]
[ɒ'stensəbl]
φαινομενικός
apparent
ostensible
phenomenal
δήθεν
supposedly
allegedly
so-called
ostensibly
purported
fake
pretend
purportedly
pretentious
ostensible
προσχηματικές
φαινομενικά
seemingly
apparently
ostensibly
seems
appears
phenomenally
outwardly
υποτιθέμενων
supposed
alleged
presumed
assumed
ostensible
so-called
φαινομενικές
apparent
phenomenal
seeming
ostensible
appearances
προφανή
obvious
apparent
evident
clear
palpable
manifest
profound
φαινομενικό
apparent
ostensible
phenomenal
φαινομενική
apparent
ostensible
phenomenal
φαινομενικής
apparent
ostensible
phenomenal

Examples of using Ostensible in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
periods occur in which the warring classes balance each other so nearly that the state power as ostensible mediator acquires, for the moment, a certain degree
όπου οι αντιμαχόμενες τάξεις φθάνουν σε μια τέτοια ισορροπία δυνάμεων, που η κρατική εξουσία, σαν φαινομενικός μεσάζοντας, αποκτά για μια στιγμή κάποια αυτοτέλεια απέναντι
nothing but the absurdity of the ostensible motives of their occupations could have prevented this combination from carrying on schemes big with hazard to the peace of the world.
αλλά τίποτα ο παραλογισμός των δήθεν κίνητρα της απασχόλησής τους θα μπορούσε να είχε αποτρέψει αυτόν τον συνδυασμό από την άσκηση σχετικά με τα συστήματα με μεγάλο κίνδυνο για την ειρήνη του κόσμου.
This crisis has produced many ostensible reforms, but as the litany of police killings has shown, none have addressed
Η κρίση έχει παράξει πολλές προσχηματικές μεταρρυθμίσεις, αλλά όπως έχει δείξει η θλιβερή σειρά φόνων από την αστυνομία,
periods occur in which the warring classes balance each other so nearly that the state power as ostensible mediator acquires, for the moment, a certain degree
τάξεις κρατούν τόσο πολύ την ισορροπία μεταξύ τους, που η κρατική εξουσία, σαν φαινομενικός μεσάζοντας, αποχτάει για μια στιγμή κάποια αυτοτέλεια απέναντι
to use ostensible employment with their organisations as a vehicle for gaining access to conflict regions,
να χρησιμοποιούν δήθεν απασχόληση στους οργανισμούς τους, ως μέσο για να αποκτήσουν πρόσβαση σε περιοχές συγκρούσεων,
However, despite the ostensible'harshness' of the island,
Ωστόσο, παρά το φαινομενικά«σκληρό» της πρόσωπο,
The Western powers are fully aware of this fact, then why do they choose to support the same Arab autocrats that have nurtured extremism and terrorism when the ostensible and professed goal of the Western policymakers is to curb Islamic radicalism and militancy?
Οι δυτικές δυνάμεις επιλέγουν να υποστηρίξουν τους ίδιους Αραβες αυτοκράτορες που καλλιέργησαν τον εξτρεμισμό και την τρομοκρατία όταν ο φαινομενικός και διακηρυγμένος στόχος των πολιτικών της Δύσης είναι δήθεν να περιορίσουν τον ισλαμικό ριζοσπαστισμό και τη μαχητικότητα!
injured in the Gaza Strip during recurrent and ostensible‘ceasefire' periods since 2005, after Israel's unilateral‘disengagement' from the Gaza Strip.
τραυματιστεί στη Λωρίδα της Γάζας κατά τη διάρκεια επαναλαμβανόμενων και υποτιθέμενων περιόδων«εκεχειρίας» από το 2005, μετά τη μονομερή κίνηση του Ισραήλ«αποχώρησης από τη Λωρίδα της Γάζας''.
He was hardly an unambiguous figure, but was opposed to Negrin's ostensible plan to fight to the bitter end, even as many people in his cabinet were already getting passports
Υπήρξε μια μάλλον αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, αλλά αντιτάχθηκε στο ψευδεπίγραφο σχέδιο του Νεγκρίν να αντισταθεί δήθεν μέχρι τέλους, την στιγμή μάλιστα που πολλά μέλη του υπουργικού του συμβουλίου είχαν ήδη βγάλει διαβατήριο
as it's a place with a patriarchal structure, even when a woman is the ostensible head of state.
είναι ένας τόπος με παγιωμένη πατριαρχική δομή, ακόμα και όταν φαινομενικός αρχηγός του κράτους είναι μια γυναίκα.
has been touted for years for its ostensible powers to prolong life
είναι γνωστό εδώ και χρόνια για τις φαινομενικές του ιδιότητες να παρατείνει τη ζωή
this regime is rationalized through the invention of an arsenal of theories and excuses with ostensible references to Nature,
εκλογικεύουν το νέο καθεστώς εφευρίσκοντας ένα οπλοστάσιο από θεωρήματα-δικαιολογίες με αναφορές δήθεν στη Φύση, στη θρησκεία
expropriated due to real, and not ostensible, needs, so that the owners can receive payment.
να απαλλοτριώνεται η ιδιοκτησία για λόγους πραγματικών αναγκών και όχι υποτιθέμενων, και να μπορούν να εισπράττουν και χρήματα.
however, periods occur in which the warring classes balance each other so nearly that the state power, as ostensible mediator, acquires, for the moment, a certain degree of independence of both.
όπου οι ανταγωνιζόμενες τάξεις κρατούν τόσο πολύ την ισορροπία μεταξύ τους, που η κρατική εξου-σία σαν φαινομενικός μεσάζοντας αποκτάει για μια στιγμή μια κάποια ανεξαρτησία απένίιντι και στις δυο.
The capitalist system long ago lost the capacity to realize its ostensible historic comparative advantage
Το καπιταλιστικό σύστημα, εδώ και καιρό, έχει χάσει την ικανότητά του να υλοποιεί το φαινομενικό ιστορικό συγκριτικό πλεονέκτημά του από το οποίο αντλεί
More and more regular employment relationships are being ousted by ostensible self-employment, which is why we urgently need the situation to be analysed
Ολοένα και περισσότερες σχέσεις τακτικής απασχόλησης εκτοπίζονται από τη φαινομενική αυτοαπασχόληση και γι' αυτόν τον λόγο πρέπει επειγόντως να αναλυθεί η κατάσταση
Led by Britain, the ostensible“special” US ally,
Με επικεφαλής τη Βρετανία, τον φαινομενικό«ξεχωριστό» σύμμαχο των ΗΠΑ,
Indeed, Turkish president Recep Tayyip Erdoğan- despite his ostensible support for the rebels- remained silent on the events in Aleppo,
Πράγματι, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν- παρά τη φαινομενική στήριξή του προς τους αντάρτες- σιώπησε για τα γεγονότα στο Χαλέπι,
with a strong emphasis on the ostensible role of Jews in inter-national finance.
με ιδιαίτερη έμφαση στον φαινομενικό ρόλο των Εβραίων στη διεθνή χρηματοδότηση.
Libya and Tunisia under ostensible British, Italian
τη Λιβύη και την Τυνησία υπό φαινομενική βρετανική, ιταλική
Results: 63, Time: 0.0672

Top dictionary queries

English - Greek