PROFESSES in Greek translation

[prə'fesiz]
[prə'fesiz]
πρεσβεύει
i believe
i stand for
i preach
ομολογεί
i confess
i admit
i must say
i have to say
admittedly
i will say
ισχυρίζεται
i claim
i say
i contend
i argue
διακηρύσσει
i declare
i proclaim
δηλώνει
i declare
i say
i state
hereby
tell
i affirm
i plead
i profess
i indicate
επαγγέλλεται
διακηρύττει
i declare
i proclaim
ομολογούν
i confess
i admit
i must say
i have to say
admittedly
i will say
ομολογία
confession
admission
homology
profession
plea
bond
speaking

Examples of using Professes in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
A prophet is a person who professes to proclaim a message from Jehovah God.
Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ είναι ένα άτομο που ομολογεί ότι διακηρύσσει ένα άγγελμα από τον Ιεχωβά Θεό.
the Jewish criminal gang really professes Satanism[13].
η εβραϊκή εγκληματική συμμορία πρεσβεύει πραγματικά σατανισμό[13].
The'temple of The God' in which the'man of lawlessness' sits down,'showing himself to be a god,' is what professes to be the Church of God.
Ο«ναός του Θεού» στον οποίο κάθεται ο‘άνθρωπος της ανομίας',«αποδεικνύων εαυτόν ότι είναι Θεός», είναι το κατασκεύασμα που ισχυρίζεται ότι είναι η Εκκλησία του Θεού.
The Haqqani network, which professes obedience to Taliban leader Mullah Omar,
Το δίκτυο Χακάνι που δηλώνει υποταγή στον ηγέτη των Ταλιμπάν μουλά Ομάρ,
Almost no one who professes to worship Jesus Christ observes the Passover as He commanded!
Σχεδόν κανένας ο οποίος επαγγέλλεται ότι λατρεύει τον Ιησού Χριστό, δεν κρατά το Πάσχα, όπως Αυτός το διέταξε!
The dragnet symbolizes the earthly organization that professes to be God's congregation that is in the new covenant with God through the Mediator Jesus Christ.
Το δίχτυ συμβολίζει την επίγεια οργάνωσι, η οποία ομολογεί ότι είναι εκκλησία του Θεού και είναι στη νέα διαθήκη με τον Θεό μέσω του Μεσίτου Ιησού Χριστού.
Courage is the confidence of thoroughgoing honesty about those things which one professes to believe.
Θάρρος θέλει η εμπιστοσύνη στην πλήρη εντιμότητα εκείνων των πραγμάτων στα οποία κάποιος ισχυρίζεται ότι πιστεύει.
he says,“As an Orthodox Christian, I believe in the God who professes my faith.
λέει πως«Ως Ορθόδοξος Χριστιανός πιστεύω στον Θεό που πρεσβεύει η πίστη μου.
For someone who professes to hate me so much, you certainly do go out of your way to
Για κάποιον που δηλώνει ότι με μισεί τόσο πολύ,… σίγουρα σε βγάζει έξω απ' τα νερά σου,
his followers by our faith that professes Jesus Christ as our true Savior,
τους οπαδούς του με την πίστη μας που ομολογεί τον Ιησού Χριστό ως αληθινό Σωτήρα μας,
obeying perfectly that professes the mythical figure of the deity.
υπακούοντας απόλυτα σε ότι πρεσβεύει η μυθική φιγούρα της θεότητας.
This is why we are against every form of atheism and every religion that professes a God of hate, fanaticism and feudalism.
Γι' αυτό είμαστε εναντίον κάθε αθεΐας και κάθε θρησκείας που επαγγέλλεται έναν Θεό μίσους, φανατισμού και φεουδαρχίας.
Such faith can be completed by our confession of faith that professes,“You are the Christ, the Son of the living God”(Matthew 16:16).
Τέτοια πίστη μπορεί να ολοκληρωθεί με την ομολογία της πίστης μας που διακηρύττει,“Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού τού ζώντος”(Κατά Ματθαίον 16:16).
If he calls himself a Christian and professes to be a child of God,
Αν καλεί τον εαυτό του Χριστιανό και δηλώνει ότι είναι παιδί του Θεού,
But, if one professes that he believes in the gospel of the water
Ωστόσο, αν κάποιος ομολογεί ότι ο ίδιος πιστεύει στο ευαγγέλιο του ύδατος
brotherhood- is dedicated to man, who professes that there is no gap,
αδελφοσύνης- είναι αφιερωμένη στον άνθρωπο, που πρεσβεύει ότι δεν υπάρχει χάσμα,
That would be the gospel of the water and the Spirit that professes that God in His unconditional love has adopted us His own people.
Αυτό θα ήταν το ευαγγέλιο του ύδατος και του Πνεύματος που διακηρύττει ότι ο Θεός με την απεριόριστη αγάπη Του μας έχει υιοθετήσει ως δικό Του λαό.
Your profession of faith is no proof that you're born again because everybody in this whole country professes faith in Jesus Christ.
Η ομολογία της πίστης σου δεν είναι απόδειξη ότι είσαι αναγεννημένος, διότι όλοι σ' αυτή τη χώρα ομολογούν πίστη στον Ιησού Χριστό.
Dr George Papathanasiou has studied extensive Buddhist texts and professes to having been infused by the spirit of Buddha's compassion bringing peace into his life.
Γεώργιος Παπαθανασίου έχει μελετήσει εκτενή Βουδιστικά κείμενα και δηλώνει ότι έχει διαποτιστεί από το πνεύμα της ευσπλαχνίας του Βούδα το οποίο έχει φέρει ειρήνη στη ζωή του.
One who professes to follow Christ while deliberately ignoring the need for self-control may well fail in his race for the prize of everlasting life.
Ένας ο οποίος ομολογεί ότι ακολουθεί τον Χριστό, ενώ εσκεμμένως αγνοεί την ανάγκη της εγκρατείας, μπορεί πολύ καλά ν' αποτύχη στον αγώνα του για το βραβείο της αιωνίου ζωής.
Results: 125, Time: 0.0656

Top dictionary queries

English - Greek