RANDOMISED CONTROLLED in Greek translation

τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης
τυχαιοποιηµένες ελεγχόµενες
randomised controlled
τυχαιοποιηµένη ελεγχόµενη
randomized controlled
randomised controlled
τυχαιοποιηµένων ελεγχόµενων

Examples of using Randomised controlled in English and their translations into Greek

{-}
  • Medicine category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
meta-analyses of internationally published randomised controlled studies of drug treatment(Berglund et al., 2003): 1.
µετααναλύσεις διεθνών τυχαιοποιηµένων ελεγχόµενων µελετών σχετικά µε τη θεραπεία απεξάρτησης(Berglund κ.ά., 2003): 1.
The aim of this review was to assess the current evidence available from reflexology randomised controlled trials(RCTs) that have investigated changes in physiological
Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης ήταν να αξιολογήσει τα τρέχοντα διαθέσιμα στοιχεία από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές(RCTs) για τη ρεφλεξολογία στις οποίες να έχουν ερευνηθεί αλλαγές στα φυσιολογικά
A randomised controlled study found that 300 milligrams of supplemental magnesium increased bone mineral content when taken for a year.
Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη* διαπίστωσε ότι τα 300 χιλιοστόγραμμα συμπληρωματικού μαγνησίου αύξησαν την οστική πυκνότητα όταν λαμβάνονται για ένα χρόνο.
The KRAS exon 2 status was recognised as predictive factor for the treatment with cetuximab in 4 of the randomised controlled studies(EMR 62 202-013, EMR 62 202-047, CA225006, and CA225025).
Η κατάσταση του εξωνίου 2 του KRAS αναγνωρίστηκε ως προγνωστικός παράγοντας για τη θεραπεία με cetuximab στις 4 από τις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες(EMR 62 202-013, EMR 62 202-047, CA225006 και CA225025).
A randomised controlled trial of long-chain omega-3 polyunsaturated fatty acids in the management of rotator cuff related shoulder pain.
Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή μακράς αλύσου ωμέγα-3 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων στη διαχείριση του πόνου του ώμου που σχετίζεται με περιστροφικές χειρίδες.
The CHMP also reviewed post-marketing safety data, randomised controlled studies and experimental cancer studies.
Η CHMP εξέτασε επίσης τα δεδομένα που καταγράφηκαν σχετικά με την ασφάλεια μετά την κυκλοφορία στην αγορά, τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες και πειραματικές μελέτες για τον καρκίνο.
A randomised controlled clinical trial of a total of 91 patients with a BMI(body mass index)
Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική δοκιμή σε σύνολο 91 ασθενών με ΔΜΣ(δείκτη μάζας σώματος)
Cetuximab as a single agent or in combination with chemotherapy was investigated in 5 randomised controlled clinical studies
Το cetuximab ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία διερευνήθηκε σε 5 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες
A randomised controlled study was carried out to determine the short-term effects of extended release niacin(ERN)
Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη διεξήχθη για να καθορίσει τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της νιασίνης παρατεταμένης απελευθέρωσης(ERN)
The KRAS status was recognised as predictive factor for the treatment with cetuximab in 4 of the randomised controlled studies.
Η κατάσταση KRAS αναγνωρίστηκε ως προγνωστικός παράγοντας για τη θεραπεία με cetuximab στις 4 από τις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες.
In an eight week randomised controlled trial, patients with major depression were administered a combination of Lactobacillus acidophilus,
Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή οκτώ εβδομάδων, στους ασθενείς με μείζονα κατάθλιψη χορηγήθηκε συνδυασμός Lactobacillus acidophilus,
The use of nerve blocks has also been criticised because of the lack of appropriate double-blind, randomised controlled trials.
BLOCKS ΝΕΥΡΟΥΗ χρήση του μπλοκ νεύρο έχει επίσης επικριθεί λόγω της έλλειψης των κατάλληλων διπλά τυφλές, τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές.
A randomised controlled trial of sensory support to improve mental well-being in people with dementia
Μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή αισθητηριακής υποστήριξης για να βελτιώσουμε τη νοητική υγεία ατόμων με άνοια
The aim of this study was to test the efficacy of the ketogenic diet in a randomised controlled trial.
Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν η δοκιμή της αποτελεσματικότητας της κετογόνου δίαιτας σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή.
However, the efficacy could not be clearly confirmed in the pivotal multicentre randomised controlled field study.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα δεν επιβεβαιώθηκε με σαφήνεια στην υποβληθείσα βασική πολυκεντρική τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη υπό πραγματικές συνθήκες.
concludes a randomised controlled trial carried out by researchers at the University of Cambridge.
συμπεραίνει μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή που διενεργήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Cambridge.
Clinical data is limited but doses up to 12 mg have been reported in the randomised controlled trial.
Τα κλινικά δεδομένα είναι περιορισμένα, αλλά έχουν αναφερθεί δόσεις έως και 12 mg στην τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή.
However, this was not a prospective, randomised controlled study and so all comparisons with the external control group should be viewed with caution.
Ωστόσο, αυτή δεν ήταν μια προοπτική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη και έτσι όλες οι συγκρίσεις με την εξωτερική ομάδα ελέγχου θα πρέπει να εξετάζονται με προσοχή.
The research was a randomised controlled trial in which a group of women ate salmon twice a week from week 19 of pregnancy.
Η έρευνα ήταν τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη δοκιμή, στην οποία ομάδα γυναικών κατανάλωνε σολομό δυο φορές την εβδομάδα από τη 19η εβδομάδα κύησης.
In a randomised controlled trial to evaluate the effectiveness of homeopathy in rheumatoid arthritis,
Σε μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της ομοιοπαθητικής στη ρευματοειδή αρθρίτιδα,
Results: 204, Time: 0.0455

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek