REDUCING THE LEVEL in Greek translation

[ri'djuːsiŋ ðə 'levl]
[ri'djuːsiŋ ðə 'levl]

Examples of using Reducing the level in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
control systems in the Member States, reducing the level of risk of error and simplifying requirements and rules.
ελέγχου στα κράτη μέλη, μειώνοντας το επίπεδο κινδύνου όσον αφορά τη διάπραξη σφαλμάτων και απλουστεύοντας τις προϋποθέσεις και τους κανόνες.
By reducing the level of stress hormones
Με τη μείωση του επιπέδου των ορμονών του στρες
other waste content entering the sewer system and reducing the level of fines and surcharges.
του υπόλοιπου περιεχομένου των λυμάτων που εισέρχονται στο αποχετευτικό σύστημα και μειώνοντας το επίπεδο των προστίμων και της φορολογίας.
However, the progress in reducing the level of government debt has been insufficient in some countries,
Ωστόσο, η πρόοδος όσον αφορά τη μείωση του επιπέδου του δημόσιου χρέους ήταν ανεπαρκής σε ορισμένες χώρες,
is effective at reducing the level of HIV in the blood(viral load)
είναι αποτελεσματικό στη μείωση του επιπέδου του ιού HIV στο αίμα(ιικό φορτίο)
Just recently, the Governor of the Central Bank of Cyprus(CBC) stressed that reducing the level of NPLs in the banking sector is the institution's number one priority.
Μόλις πρόσφατα η Διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δήλωσε, ότι η μείωση του επιπέδου των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα είναι η ύψιστη προτεραιότητα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.
agree with Amendment 2, which aims at reducing the level of discards rather than introducing a complete ban across the board from the very outset.
η Επιτροπή σκοπεύει να συμφωνήσει με την τροπολογία 2, η οποία αποβλέπει στη μείωση του επιπέδου των απορρίψεων παρά στην εφαρμογή εξαρχής πλήρους απαγόρευσης σε όλους τους τομείς.
I voted in favour of this resolution because cooperation at European Union level in the field of vocational training is a very important factor for achieving the Europe 2020 goals and reducing the level of youth unemployment.
Ψήφισα υπέρ του ψηφίσματος αυτού, διότι η συνεργασία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης αποτελεί πολύ σημαντικό παράγοντα για την επίτευξη των στόχων της Ευρώπης 2020 και τη μείωση του επιπέδου της ανεργίας των νέων.
has been tested clinically in reducing the level of biophotons emitted in human subjects.
έχει δοκιμαστεί κλινικά στη μείωση του επιπέδου των Βιοφωτονίων που εκπέμπονται από ανθρώπους.
much more plays an important role in reducing the level of androgens.
πολλά άλλα παίζουν σημαντικό ρόλο στη μείωση του επιπέδου των ανδρογόνων.
In Africa, where the population is expanding at a rate of more than 2 per cent per year, reducing the level of extreme poverty to below 5 per cent by 2030 will require a combination of double digit GDP growth
Στην Αφρική, όπου ο πληθυσμός αυξάνεται σε ποσοστό άνω του 2% ετησίως, η μείωση του επιπέδου της ακραίας φτώχειας κάτω από το 5% μέχρι το 2030 απαιτεί τον συνδυασμό διψήφιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ και δραστικής μείωσης της
we must support the production of grain legume crops by improving the system without reducing the level of aid, given the current shortfall in grain legumes both for human consumption and animal consumption.
είναι σημαντικό να στηριχθεί η παραγωγή των καλλιεργειών οσπριοειδών, με τη βελτίωση του καθεστώτος τους δίχως να μειωθεί το επίπεδο της ενίσχυσης, δεδομένου του σημερινού ελλείμματος σε οσπριοειδή που προορίζονται τόσο για την ανθρώπινη διατροφή όσο και για ζωοτροφές.
performance of construction products, in order to reduce as far as possible the cost of placing them on the market, without reducing the level of safety.
με σκοπό να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το κόστος της διάθεσης των προϊόντων αυτών στην αγορά, χωρίς να μειώνεται το επίπεδο ασφάλειας.
performance of construction products, in order to reduce as far as possible the cost of placing them on the market, without reducing the level of safety.
με σκοπό να μειωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το κόστος της διάθεσης των προϊόντων αυτών στην αγορά, χωρίς να μειώνεται το επίπεδο ασφάλειας.
In order to simplify type-approval legislation in line with the recommendations contained in the final report of the CARS 21 High Level Group, it is appropriate to repeal several Directives without reducing the level of protection of road users.
Για να απλουστευθεί η νομοθεσία σχετικά με την έγκριση τύπου σύμφωνα με τις συστάσεις της έκθεσης CARS 21 είναι σκόπιμο να καταργηθούν αρκετές χωριστές οδηγίες χωρίς να μειωθεί το επίπεδο προστασίας.
It being used in rice to improving the activity of indole Acetic Acid oxidase, reducing the level of endogenous IAA in rice seedlings,
Χρησιμοποιείται σε ρύζι για τη βελτίωση της δραστηριότητας της οξειδάσης ινδολικού οξικού οξέος, μειώνοντας το επίπεδο ενδογενούς ΙΑΑ σε φυτά ρυζιού,
long-term targets for reducing the level of CO2 emissions in exhaust gases
μακροπρόθεσμους στόχους για τη μείωση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στις εξατμίσεις
it also help in reducing the level of insulin in the body after digestion of food which results in to less accumulation of fats in body.
επίσης να βοηθήσει στη μείωση των επιπέδων της ινσουλίνης στο σώμα μετά από την πέψη των τροφίμων, η οποία οδηγεί σε λιγότερο συσσώρευση των λιπών στο σώμα.
In Africa, where the population is expanding at a rate of more than 2 per cent per year, reducing the level of extreme poverty to below 5 per cent by 2030 will require a combination of double digit GDP growth
Στην Αφρική, όπου ο πληθυσμός αυξάνεται σε ποσοστό άνω του 2% ετησίως, η μείωση του επιπέδου της ακραίας φτώχειας κάτω από το 5% μέχρι το 2030 απαιτεί τον συνδυασμό διψήφιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ και δραστικής μείωσης της
thereby reducing the level of triglycerides in the blood.
με αυτόν τον τρόπο μειώνοντας το επίπεδο triglycerides στο αίμα.
Results: 66, Time: 0.0411

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek